Μέσα στις γιορτές τα κάθε λογής (τηλεοπτικά) σίριαλ είχαν την τιμητική τους. Έχουν τα τηλεοπτικά σίριαλ δική τους «γλώσσα» ή μήπως είναι ένας γλωσσικός αντικατοπτρισμός της κοινωνίας; Η χυδαιότητα της γλώσσας αυτών των οιονεί διασκεδαστικών μονόπρακτων σε συνέχειες οφείλεται στο «εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» ή στη νοσηρότητα των σεναριογράφων;

Πιθανόν, και στα δύο. Το αποτέλεσμα είναι όμως εξίσου καταστρεπτικό, τόσο για την ποιότητα του τηλεοπτικού λόγου, και κατ’ επέκταση του τηλεοπτικού προϊόντος, όσο και για τη γλώσσα την ίδια.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ενώ τα σίριαλ ξεκίνησαν ως η επιθεωρησιακή πλευρά της τηλεόρασης, ως «αστειότης» κατάντησαν να υποκαθιστούν την ίδια τη «ζωή που δεν έζησαν» οι κορεσμένοι τηλεθεατές, που όσο πιο πολύ βαριεστημένοι είναι, τόσο οι σεναριογράφοι των σίριαλ θεωρούν ότι πρέπει να αυξήσουν τις δόσεις χυδαιότητας και άγαρμπου χιούμορ για να τους κερδίσουν.

Αυτό που ζουν οι περισσότεροι «τηλεορασάκηδες» -που δεν είναι καθόλου λίγοι- είναι ένα είδος αντικατάστασης της πραγματικότητας, την πραγματικότητα των εικόνων. Γνωρίζουν τον τάδε χαρακτήρα της σειράς κι αν τον δουν στον δρόμο θα το φωνάξουν με το τηλεοπτικό του όνομα ή θα του δώσουν συμβουλές για την αντιμετώπιση της τηλεοπτικής «κατάστασης» στην οποία βρίσκεται, αφού πρόκειται για «καρτούνς», για χάρτινους ήρωες που τους αναγνωρίζουν ως μέρος της ζωής τους, ως οικογενειακή τους υπόθεση. Ξέρουν τι προηγήθηκε, αδημονούν για το τι έπεται. Διαβάζουν με πρωτοφανή ζήλο τις «συνέχειες» από τα τηλεοπτικά περιοδικά, ενώ με κάποια δυσφορία μαθαίνουν για την πραγματική ζωή των πρωταγωνιστών τους, που την ώρα του σίριαλ είναι κατάδικοί τους. Εντελώς δικοί τους, αλλά και φυλακισμένοι τους.

Η γλώσσα, επομένως, των σίριαλ γίνεται για πολύ κόσμο το πρότυπο και η νόρμα της δικής του γλώσσας. Αφού έτσι μιλάνε στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας –στον οποίο ενδεχομένως θα ήθελε να ανήκει και ο τηλεραστής- έτσι πρέπει να μιλάει κι αυτός στην προσωπική του ζωή. Η υιοθέτηση, λοιπόν, γλωσσικών συμπεριφορών γίνεται μαζικά και αβίαστα προς ζημίαν, δυστυχώς της ίδιας της γλώσσας.

Γιατί, αν θα πρέπει να μιλήσουμε για το επίπεδο λόγου των σίριαλ θα παρατηρήσουμε την εξεζητημένη χρήση όρων από την αργκό, θα ακούσουμε «πρωτότυπες» βρισιές, θα δούμε περιθωριακά ιδιώματα να ανάγονται σε καθημερινή γλώσσα: «την έκανα από νωρίς σήμερα. Προσπαθούσα να κουλάρω με κάθε τρόπο. Μου τη σπάει, ρε συ Μαρία, που πρέπει να πετάγομαι σαν πρεζόνι από το χάραμα, να πούμε. Το πρωί τίποτε δεν με φτιάχνει».

Έτσι, με την παρεμβολή των σίριαλ, που φέρνουν κοινωνικές διαλέκτους άγνωστες για τους πολλούς στο «πιάτο» μας, κουβαλώντας και το αφανές κύρος των κρυπτικών γλωσσών, πολλά στοιχεία αργκό περνάνε στον καθημερινό λόγο και επηρεάζουν το γλωσσικό αίσθημα.

Αλλά κι εκεί που η γλώσσα δεν κακοποιείται, χρησιμοποιείται με ένα θεατρικό τρόπο, που όμως σερβίρεται ως τρόπος ζωής, ως καθημερινότητα.

Είναι χρήσιμο να έρχεται κανείς σε επαφή με τα κοινωνικά ιδιώματα, γιατί διαφωτίζεται για την πολλαπλότητα των εκφραστικών μέσων της γλώσσας και την κοινωνική δομή, αλλά όταν δεν είναι «υποψιασμένος», όταν είναι ανυπεράσπιστος και λειτουργεί ως σφουγγάρι απέναντι στις γλωσσικές επιλογές του τηλεσκηνοθέτη και σεναριογράφου (που συνήθως ελάχιστα γνωρίζουν στην πραγματικότητα τα κοινωνικά ιδιώματα, ευτελίζοντάς τα), τότε δεν πρόκειται για διεύρυνση των κωδίκων μας που πρέπει να κάνουμε λόγο, αλλά για στένωση των γλωσσικών μας επιλογών.