Μ’ ένα πρόγραμμα αποτελούμενο εξ’ ολοκλήρου από Γάλλους συνθέτες συμμετέχει η Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου στις εκδηλώσεις γύρω από τη γαλλοφωνία, που πραγματοποιούνται σε ολόκληρο το νησί καθ’όλη τη διάρκεια του Μάρτη.

Οι συναυλίες πραγματοποιούνται στις 8 και 9 Μαρτίου σε Λευκωσία και Λάρνακα υπό τη διεύθυνση του Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν και με σολίστ τον Γάλλο τσελίστα Ορελιέν Πασκάλ. 

Η 20η Μαρτίου είναι καθιερωμένη παγκόσμια ως Διεθνής Ημέρα Γαλλοφωνίας (Journée Internationale de la Francophonie) και τιμάται από τις 77 χώρες μέλη του Διεθνούς Οργανισμού La Francophonie με εορτασμούς για τη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Η Κύπρος κατέχει θέση παρατηρητή στον οργανισμό.

Μεταξύ των Γάλλων συνθετών του προγράμματος είναι και ο Κλοντ Ντεμπισί, από το θάνατο του οποίου κλείνουν στις 25 του μήνα 100 ακριβώς χρόνια. Μαζί με τον Ντεμπισί όμως, τρεις άλλοι fin-de-siecle συνθέτες: ο Φορέ με το γλυκόπικρο του «Πελέας και Μελισάνθη», ο Σεν- Σανς με το Κοντσέρτο του για βιολοντσέλο αρ. 1 και ο Ραβέλ με την πάντοτε αγαπητή «Σουίτα των Παραμυθιών» του. Á plus!
 
Λευκωσία: Πέμπτη 8 Μαρτίου, Θέατρο Παλλάς, Πύλη Πάφου, 20:30, 22410181
Λάρνακα: Παρασκευή 9 Μαρτίου, Δημοτικό Θέατρο, 20:30, 24665794, 
www.cyso.org.cy
 
Το πρόγραμμα 
G. Fauré: Πελέας και Μελισάνθη, έργο 80
C. Saint-Saëns: Κοντσέρτο για βιολοντσέλο αρ. 1 σε Λα ελάσονα, έργο 33
Cl. Debussy: Prélude à l’après-midi d’un faune
M. Ravel: Σουίτα Ma mère l’Oye
 
Η συναυλία πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Κύπρου. 

Τα έργα 

Gabriel Fauré (1845–1924): Πελλέας και Μελισσάνθη, έργο 80

Ο Fauré ολοκλήρωσε τη Σουίτα Πελλέας και Μελισσάνθη, το 1900. Ωστόσο, η μουσική, αρχικά, είχε γραφτεί το 1898 για τη γνωστή Αγγλίδα ηθοποιό κ. Patrick Campbell (γ. Beatrice Stella Tanner, 1865–1940), η οποία ζήτησε από τον Fauré να συνθέσει σκηνική μουσική για την πρώτη αγγλόφωνη παραγωγή του ομώνυμου θεατρικού (1893) του Maurice Maeterlinck (1862–1949). Η παραγωγή βγήκε πρεμιέρα στις 21 Ιουνίου, στο θέατρο Prince of Wales του Λονδίνου, με τον Fauré να διευθύνει. Για την εν λόγω παραγωγή, ο Fauré συνέθεσε δεκαεπτά μέρη, αλλά λόγω του αυστηρού χρονοδιαγράμματός του, ζήτησε από τον μαθητή του, Charles Koechlin (1867–1950), να βοηθήσει στην ενορχήστρωση. Για τη Σουίτα, ο Fauré χρησιμοποίησε αρκετό από το προηγούμενο, κάνοντας συνάμα σημαντικές αναθεωρήσεις στην ενορχήστρωση, καθώς επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει μεγαλύτερη ορχήστρα. Η Σουίτα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, στις 3 Φεβρουαρίου 1901, στο Παρίσι, με την ορχήστρα Concerts Lamoureux και τον μαέστρο Camille Chevillard (1859–1923).

Το έργο του Maeterlinck, ένα από τα αριστουργήματα του κινήματος του Συμβολισμού (τέχνη που αντιπροσωπεύει απόλυτες αλήθειες, οι οποίες περιγράφονται εμμέσως με πολύ μεταφορικό και υποβλητικό τρόπο, κατανέμοντας συχνά συμβολικές έννοιες σε συγκεκριμένες εικόνες ή αντικείμενα), είχε τεράστιο αντίκτυπο σε πολλούς συνθέτες, στο τέλος του 19ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένου του Claude Debussy. Ο Maeterlinck, σύμφωνα με τον Arnold Schoenberg (1874–1951), ήταν σε θέση να δραματοποιήσει «τα αιώνια προβλήματα της ανθρωπότητας υπό τη μορφή παραμυθιών, θέτοντάς τα ως διαχρονικά, χωρίς να προσκολλιέται σε απομιμήσεις αρχαίων στυλ». Το δράμα, που τοποθετείται σε ένα νεφελώδες μεσαιωνικό παρελθόν, καταπιάνεται με το θέμα της καταδικασμένης αγάπης. Το έργο «αντιπροσωπεύει μια Συμβολιστική αντανάκλαση στο διαχρονικό ερωτικό τρίγωνο» (Th. May).

Το Prèlude απεικονίζει τον «διστακτικό κόσμο των ονείρων» (Kahn) του παιχνιδιού και βασίζεται πάνω στο θέμα της μυστηριώδους Μελισσάνθης, η οποία έχει χαθεί στο δάσος. Προς το τέλος, τα καλέσματα κυνηγιού στο κόρνο υποδηλώνουν την παρουσία του Γκολόντ, ο οποίος σώζει τη Μελισσάνθη και την οποία, στη συνέχεια, παντρεύεται. Το Fileuse («Η κοπέλα στον αργαλειό») είναι από το πρελούδιο στην τρίτη πράξη του θεατρικού και απεικονίζει τη Μελισσάνθη στον αργαλειό της, με τον Πελλέα, τον ετεροθαλή αδελφό του Γκολόντ, να την παρατηρεί μαγεμένος. Η Sicilienne που ακολουθεί είναι η μοναδική κίνηση που ο Fauré δεν έγραψε για το έργο του Maeterlinck, αλλά για την κωμωδία του Μολιέρου (1622–1673) Le Bourgeois Gentilhomme («Ο Αρχοντοχωριάτης», περίπου 1670), κάτι που τελικά δεν ολοκληρώθηκε.

Ο Fauré το χρησιμοποίησε ως εισαγωγή στη δεύτερη πράξη, όπου ο Πελλέας και η Μελισσάνθη παίζουν μαζί κοντά σ’ ένα πηγάδι, διαφεύγοντας, για μια στιγμή, το πεπρωμένο τους, απολαμβάνοντας «λίγες σύντομες στιγμές χαλαρής ευτυχίας» (Nectoux). Τελικά, ο Γκόλοντ, γεμάτος ζήλεια, γίνεται πολύ καχύποπτος και στην οργή του σκοτώνει τον αδελφό του. Η Μελισσάνθη, όμως, τού αποκαλύπτει την αθωότητά της, αλλά πεθαίνει κατά τη διάρκεια του τοκετού. Η κίνηση La mort de Mélisande («Ο θάνατος της Μελισσάνθης») είναι από την εισαγωγή στην τελική πράξη και, όπως παρατηρεί ο May, «αντιπροσωπεύει την καλαίσθητη ισορροπία της συγκίνησης και της συγκράτησης, του συναισθήματος και της στάσης, χαρακτηριστικά τα οποία καθορίζουν την προσέγγιση του Fauré στο σπουδαίο δράμα του Maeterlinck».
 
Camille SaintSaëns (1835–1921): Κοντσέρτο για βιολοντσέλο αρ. 1 σε Λα ελάσσονα, έργο 33

Ο Saint-Saëns συνέθεσε το πρώτο του κοντσέρτο για τσέλο, το 1872, για τον Βέλγο βιολοντσελίστα, ερμηνευτή της βιόλα ντα γκάμπα και κατασκευαστή οργάνων, Auguste Tolbecque (1830–1919). Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού, στις 19 Ιανουαρίου 1873, ύστερα από εισήγηση του συλλόγου Société Nationale de Musique, που είχε ιδρυθεί τον περασμένο Φεβρουάριο (ο Saint-Saëns ήταν ένα από τα ιδρυτικά του μέλη). Ο κύριος στόχος του συλλόγου ήταν να βοηθήσει τους Γάλλους συνθέτες να απομακρυνθούν από τις επιδράσεις των γερμανικών μουσικών παραδόσεων, προωθώντας αποκλειστικά την «Ars gallica» (γαλλική τέχνη). Το γεγονός ότι το κοντσέρτο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Κονσερβατουάρ, υπήρξε μια σημαδιακή στιγμή για τον συνθέτη, καθώς μέχρι τότε το Société des Concerts du Conservatoire προτιμούσε να προγραμματίζει μόνο έργα παλαιών ή νεκρών συνθετών.

Το κοντσέρτο φαίνεται να ήταν αρκετά πρωτοποριακό, καθώς ο μαέστρος φέρεται να είπε στον συνθέτη ότι, χωρίς τον Tolbecque, «το έργο δεν θα είχε ελπίδα» (Nichols). Πράγματι, το έργο προτείνει μια ασυνήθιστη δομή κατά την οποία η συμβατική μορφή των τριών κινήσεων συμπυκνώνεται σε μια οργανική και συμπαγή ενιαία κίνηση, μια εμφανή επίδραση από τα κυκλικά έργα του Franz Liszt (1811–1886). Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι ο Saint-Saëns ενσωματώνει προσεκτικά το βιολοντσέλο, αντί να το φέρει σε σύγκρουση με το ορχηστρικό ηχητικό φάσμα, διασφαλίζοντας, παράλληλα, τον πρωταγωνιστικό του ρόλο.

Η δραματική πρώτη κίνηση ανοίγει με μία μόνο συγχορδία, αμέσως μετά την οποία ο σολίστας παρουσιάζει το κύριο θεματικό υλικό. Το Allegro non troppo ,αρχικά, φαίνεται να ακολουθεί την παραδοσιακή μορφή σονάτας, με δύο αντιθετικά θέματα, αλλά με το τέλος του τμήματος της ανάπτυξης, μόνο το δεύτερο θέμα επαναλαμβάνεται. Η διαδικασία διακόπτεται από τον θαυμάσιο και μαγευτικό χαρακτήρα της δεύτερης κίνησης, που είναι ένα μινουέτο. Το φινάλε αρχίζει με υλικό από την πρώτη κίνηση και συνεχίζει ακολούθως με νέα θέματα. Κατά τη διάρκεια της κίνησης, όμως, γίνονται συνεχείς αναφορές στην πρώτη κίνηση, και κυρίως στο υλικό που δεν είχε επαναληφθεί, ίσως σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η απουσία του από την προαναφερθείσα κίνηση.

AchilleClaude Debussy (1862–1918): Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός Φαύνου

Ο Claude Debussy άρχισε να συνθέτει το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός Φαύνου το 1892 και το ολοκλήρωσε στις 23 Οκτωβρίου 1894. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε σε ένα εντυπωσιασμένο κοινό, στις 22 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, από τη Société Nationale de la Musique, υπό τη διεύθυνση του Gustave Doret (1866–1943). Το Πρελούδιο προοριζόταν, αρχικά, να είναι το πρώτο μέρος ενός μουσικού τρίπτυχου, με τίτλο Prélude, Interludes et Paraphrase finale («Πρελούδιο, Ιντερλούδιο και Τελική Παράφραση»), που δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Το τρίπτυχο προοριζόταν ως σκηνική μουσική για μια δραματοποιημένη παρουσίαση του ομώνυμου ποιήματος (1876) του Stéphane Mallarmé (1842–1898). Το ποίημα, το οποίο είχε αρχίσει να παίρνει δομή το 1865, είναι εμπνευσμένο από τον πίνακα Πάνας και Αυλός του ζωγράφου François Boucher (1703–1770) και σχετίζεται με το όνειρο ενός Πάνα (μισός άντρας, μισό ζώο) που παίζει αυλό, ο οποίος προσπαθεί να δελεάσει δύο κοιμώμενες νύμφες. Σύμφωνα με τον συνθέτη, «το έργο είναι μία πολύ ελεύθερη απεικόνιση του ποιήματος του Stephane Mallarmé». Σε καμιά περίπτωση δεν ισχυρίζεται ότι είναι μια σύνθεσή του. Αντίθετα, υπάρχει μια σειρά από σκηνές, μέσα από τις οποίες, περνούν οι επιθυμίες και τα όνειρα του Πάνα στον καύσωνα ενός απογεύματος. Έπειτα, κουρασμένος από το κυνηγητό της θυελλώδους πτήσης των Νυμφών και Ναϊάδων, υποκύπτει σ’ ένα αποκαρωμένο ύπνο, στον οποίο μπορεί να πραγματοποιήσει, τελικά, τις κτητικές του τάσεις στην απεραντοσύνη της φύσης».

Ο ποιητής είχε εντυπωσιαστεί πολύ από τη μουσική του Debussy και αργότερα δήλωσε: «Δεν περίμενα κάτι τέτοιο! Αυτή η μουσική παρατείνει τη συγκίνηση του ποιήματός μου, θέτοντας το σκηνικό της πιο ζωντανά και από το χρώμα».

Πράγματι, το Πρελούδιο του Debussy είναι μουσική χωρίς προηγούμενο. Σύμφωνα με τον Η. Glass, «οι μελωδίες του – αρωματισμένες με ελαφρύ ανατολικό χρώμα – [είναι] παράξενες και χωρίς ανάπτυξη, οι αρμονίες αόριστες [και] οι τονικότητες διφορούμενες. Η μουσική σύνταξή του, όπως τίποτα προηγουμένως, ήταν τέτοια που θα επηρέαζε βαθιά τους συνθέτες του επόμενου αιώνα».

«Εκεί που ο Beethoven, με την «Ηρωική» του Συμφωνία, και ο Stravinsky, με την Ιεροτελεστία της Άνοιξης, έριξαν βίαια τα τείχη των κυρίαρχων συμβάσεων με τους μουσικούς τους κεραυνούς, ο Claude Debussy, το 1894, γκρέμισε, επίσης, τα τείχη – μόνο με μια πνοή και ένα στεναγμό» (H. Glass).

Πράγματι, στο έργο επικρατεί «μια διαφανής τονική γλώσσα, στην οποία κυριαρχούν, πότε εντονότερα και πότε ελαφρότερα, το φλάουτο, τα ξύλινα πνευστά και τα τσέλα. Ο Debussy υπονοεί – χωρίς απλά να μεταφράζει – τις περιγραφές διαθέσεων του Mallarmé». (Glass)
 
Maurice Ravel (1875–1937): Ma mère l’Oye, Σουίτα για ορχήστρα, M. 60

Η Σουίτα Ma mère lOye («Η Μητέρα Χήνα») γράφτηκε αρχικά για πιάνο τέσσερα χέρια και προοριζόταν σαν δώρο για τα αδέλφια Mimi και Jean, παιδιά των φίλων του Cipa και Ida Godebski. Ο Ravel ξεκίνησε να συνθέτει το έργο το 1908 (Α’ κίνηση) και το ολοκλήρωσε το 1910. Τον επόμενο χρόνο, ενορχήστρωσε το έργο και λίγο αργότερα το επέκτεινε σε μπαλέτο, προσθέτοντας ακόμη δύο κινήσεις και μερικά ιντερλούδια. Η Σουίτα είναι βασισμένη σε διάφορες κλασικές ιστορίες, κάποιες από τις οποίες είναι παρμένες από την περίφημη συλλογή του Charles Perrault (1628–1703) Οι Ιστορίες της Μητέρας Χήνας, που εκδόθηκε το 1697.

Η πρώτη κίνηση «Παβάνα της Κοιμωμένης Καλλονής» περιγράφει μουσικά τη γαλήνη του αιώνιου ύπνου της Καλλονής. Για τη δεύτερη κίνηση «Ο Κοντορεβιθούλης», ο συνθέτης βασίστηκε σε ένα μικρό απόσπασμα από την ιστορία του Perrault, το οποίο περιγράφει τον τρόπο που ο Κοντορεβιθούλης για να βρει το δρόμο επιστροφής, είχε αφήσει πίσω του ψίχουλα. Αλλά προς μεγάλη του έκπληξη, δεν μπόρεσε να βρει ούτε ένα τέτοιο ψίχουλο, τα είχαν φάει όλα τα πουλιά.

Η τρίτη κίνηση «Η ασχημούλα, αυτοκράτειρα των Παγόδων» είναι βασισμένη στην ιστορία της κοντέσας d’Aulnoy (1651–1705), μιας σύγχρονης του Perrault. Η ηρωίδα είναι μια όμορφη πριγκίπισσα που μετατράπηκε σε άσχημη από μια κακιά μάγισσα και φεύγει σε μια μακρινή χώρα, κατοικημένη από μικροσκοπικούς ανθρώπους, τους «Παγόδους». Όπως και στην προηγούμενη κίνηση, ο Ravel εμπνεύστηκε από μια σκηνή, κατά την οποία η ηρωίδα λούζεται, με τη συνοδεία μουσικής και τραγουδιού από τα μικροσκοπικά αυτά πλάσματα, τα οποία κρατούσαν θεόρμπο φτιαγμένα από κέλυφος καρυδιού και βιολιά από κέλυφος αμυγδάλου. Εκμεταλλευόμενος τη συνωνυμία της λέξης, του ονόματος των μικροσκοπικών ατόμων, με αυτό της ιαπωνικής παγόδας, ο Ravel χρησιμοποίησε, στο κύριο μέρος της κίνησης, μια πεντατονική μελωδία θέλοντας, ίσως, να σατιρίσει την τάση που επικρατούσε στο τέλος του αιώνα για χρήση παρόμοιων εξωτικών στοιχείων στη μουσική.

Στο πιο σοβαρό μεσαίο μέρος, η ασχημούλα χορεύει με το πράσινο ερπετό (το οποίο θα μεταμορφωθεί αργότερα στον όμορφο πρίγκιπα, επίσης μεταμορφωμένο από κακό ξόρκι). Η τέταρτη κίνηση «Συνομιλία μεταξύ της Ωραίας και του Τέρατος», είναι βασισμένη στην ιστορία της Marie Leprince de Beaumont (1711–1780). Η μουσική είναι σε χρόνο ενός αργού Βαλς. Δύο μελωδικές γραμμές, μια για το Τέρας και μια για την Ωραία, εναλλάσσονται σ’ ένα ντουέτο, το οποίο γίνεται όλο και πιο παθιασμένο. Ακολούθως μιας δυνατής αποκορύφωσης και ενός μέτρου σιγής, ο αρχικός χρόνος επιστρέφει, καθώς το Τέρας μεταμορφώνεται σε όμορφο πρίγκιπα. Η τελευταία κίνηση «Ο μαγεμένος Κήπος» δε φαίνεται να είναι βασισμένη σε κάποιο συγκεκριμένο παραμύθι. «Είναι μια γιορτή του μεγαλείου ενός θαυμάσιου κήπου, όπου ο ήλιος ποτέ δε δύει, και ο καθένας ζει ευλογημένα και ευτυχισμένα». (Laki)
(Δρ. Νικόλας Κωσταντίνου)
 
 
Πηγή: philenews