Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Τεχνών Φάρος Υβόννη Γεωργιάδου επισημαίνει στον «Φ» ότι το ίδρυμα αντιμετωπίζει επί καθημερινής βάσεως το πρόβλημα ενός αβέβαιου μέλλοντος.

Εκτιμάται ως ο σημαντικότερος ετήσιος θεσμός κλασικής μουσικής στην Κύπρο και συγκαταλέγεται στις κορυφαίες διοργανώσεις του είδους στην Ευρώπη. Το Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Φάρος πραγματοποιείται φέτος για 18η φορά κι ετοιμάζεται να φιλοξενήσει επιφανείς μουσικούς και να προσελκύσει εκατοντάδες ενθουσιώδεις φιλόμουσους από τις 31 Μαΐου μέχρι τις 6 Ιουνίου στη Μεσαιωνική Έπαυλη των Κουκλιών και το The Olive Grove, στον Δελίκηπο.

Αποτελεί το αποκορύφωμα της σειράς συναυλιών του Ιδρύματος Τεχνών Φάρος, ενός οργανισμού που ουσιαστικά έχει τοποθετήσει την Κύπρο στον διεθνή χάρτη, τουλάχιστον στον τομέα της κλασικής μουσικής. Είναι το πρώτο φεστιβάλ μουσικής δωματίου που ιδρύθηκε ποτέ στην Κύπρο και το μοναδικό με διεθνές εκτόπισμα.

Ωστόσο, αυτή η ανεκτίμητης αξίας και ασυναγώνιστη πολιτιστική πρωτοβουλία, με τα αυτονόητα αυξημένα έξοδα, μετά βίας καταφέρνει να επιλεγεί από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες στις μουσικές εκδηλώσεις που λαμβάνουν επιχορήγηση. Και μάλιστα με βαθμολογία που οι ιθύνοντές του βρίσκουν εξευτελιστική και με ποσό σχεδόν συμβολικό σε σχέση με το μέγεθος του θεσμού.

Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος εδώ και 12 χρόνια Υβόννη Γεωργιάδου επισημαίνει στον «Φ» ότι ως μη κυβερνητικός και μη-κερδοσκοπικός φορέας ο Φάρος αντιμετωπίζει επί καθημερινής βάσεως το πρόβλημα ενός αβέβαιου μέλλοντος. Όπως τονίζει, ελλείψει σοβαρής στρατηγικής, οράματος και στήριξης από το κράτος, είναι καταδικασμένος να αντιμετωπίζει συνεχώς αναρίθμητες χίμαιρες, κάτι που έχει προέκταση και στο Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου.

«Υπάρχουν πολλά έξοδα για να στηθεί ένα τέτοιο φεστιβάλ» σημειώνει. «Φιλοξενεί ορισμένους από τους σημαντικότερους σολίστες ανά το παγκόσμιο. Φέραμε στην Κύπρο μερικά από τα λαμπρότερα ονόματα στον στίβο της κλασικής μουσικής και προσφέρουμε στο κοινό τη μοναδική δυνατότητα να τους ακούσει εδώ στη χώρα μας, ενώ ταυτόχρονα προωθούμε την Κύπρο σαν κέντρο πολιτιστικού τουρισμού. Κάθε χρόνο, μετατρέπουμε τη Μεσαιωνική Έπαυλη των Κουκλιών σε συναυλιακό χώρο. Δεν γίνονται ως δια μαγείας αυτά. Είναι με μεγάλες θυσίες που καταφέρνουμε να στηρίξουμε αυτόν τον θεσμό. Και όμως, ο προϋπολογισμός του Φεστιβάλ, που ανέρχεται στις 100-150 χιλιάδες ευρώ είναι αμελητέος συγκριτικά με τα ποσά που συστηματικά δαπανώνται από την κρατική μηχανή για πολιτιστικές απόπειρες που δεν είναι ούτε επικεντρωμένες, ούτε διέπονται από μακροπρόθεσμους στόχους, συνεπώς, δεν επιφέρουν κανένα όφελος για την πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας σε βάθος χρόνου» προσθέτει.
 
Στο ίδιο καζάνι με θολά κριτήρια
 
Για την ίδια το ζητούμενο δεν είναι να κρίνουμε απλά τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες οι οποίες έχουν να διαθέσουν ένα κονδύλι και μοιράζουν την πίτα ανάλογα, αλλά οφείλουμε να εξετάσουμε ολιστικά το ζήτημα χρηματοδότησης πολιτιστικών πρωτοβουλιών. «Εννοώ πως δεν υπάρχουν συνέργειες διαφόρων υπηρεσιών – πολιτισμού, παιδείας, οικονομικών, τουρισμού κ.λπ.» εξηγεί. «Αυτή η αδυναμία επηρεάζει τον τρόπο που οι ίδιες οι ΠΥ λειτουργούν. Αυτή τη στιγμή, όλοι οι μη-κυβερνητικοί φορείς καλούνται να υποβάλλουν αιτήσεις για μεμονωμένες εκδηλώσεις κι όχι το έργο τους συνολικά, κάτι που βρίσκω εξαιρετικά προβληματικό διότι διαμελίζουμε την οποιαδήποτε προσπάθεια μακροπρόθεσμης στρατηγικής και καταλήγουμε να επιχορηγούμε gigs. Οι αιτήσεις αυτές αξιολογούνται βάσει των στόχων του Σχεδίου Επιχορηγήσεων Μουσικής, οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι απλά φανταχτερές ορολογίες που δανειζόμαστε από εύηχα προγράμματα της ΕΕ».

Όπως παράλληλα υπογραμμίζει όλες οι υπό εξέταση εκδηλώσεις– φεστιβάλ DJ, κλασικής μουσικής, παραδοσιακής, τζαζ, μεμονωμένες συναυλίες κλπ – ανεξαρτήτως ιστορικής πορείας, οργανωτικού επιπέδου, διεθνούς εμβέλειας, αναμετρώνται στο ίδιο τερέν βάσει  κριτηρίων που δεν είναι ακριβώς διασαφηνισμένα. «Είναι ελλιπή και αναπόφευκτα καταλύονται από τις ίδιες τις αποφάσεις των ΠΥ. Διότι στην πραγματικότητα, κανένα κονδύλι δεν διατίθεται για τους δημιουργούς, μόνο για τους εκτελεστές. Πρόκειται συνεπώς για ένα σχέδιο που ενώ ισχυρίζεται πως στόχο έχει να προάγει τη σύγχρονη μουσική δημιουργία, αυτόματα αυτοαναιρείται».
 
«Διακινδυνεύουμε τη συνέχιση του θεσμού»
 
Η Υβόννη Γεωργιάδου θεωρεί αδιανόητο ένα φεστιβάλ τέτοιας εμβέλειας να καταϊδρωμένο στην 31η θέση της λίστας επιχορηγήσεων για το 2017. «Θεωρώ πως όλες οι πρωτοβουλίες είναι σημαντικές αλλά δεν μπορούμε να ισοπεδώνουμε καταστάσεις, πρέπει επιτέλους όλοι μας να κάνουμε την αυτοκριτική μας. Πρέπει να αναρωτηθούμε: Πόσο φτωχότερη θα είναι η Κύπρος αν πάψει να υπάρχει ο δείνα θεσμός, ή αν δεν πραγματοποιηθεί η τάδε εκδήλωση. Χωρίς το Ίδρυμα Τεχνών Φάρος, και χωρίς το Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου, η Κύπρος θα ήταν σίγουρα φτωχότερη. Νομίζω όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό, ακόμα και οι ίδιες οι ΠΥ. Είναι τραγικό ότι κάθε χρόνο διακινδυνεύουμε τη συνέχιση αυτού του θεσμού» τονίζει.   

«Zούμε σε έναν κόσμο ρηχής μάθησης και επιφανειακής γνώσης, που έχει καταφέρει να αλλοτριώσει μέχρι και την ανώτερη σφαίρα του πολιτισμού και των τεχνών» αναφέρει εξάλλου. «Βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από πληροφορίες που αδυνατούμε στο τέλος να ξεσκαρτάρουμε. Χρόνο με τον χρόνο, βλέπουμε γύρω μας να ξεπροβάλλουν αμέτρητες πρωτοβουλίες πολιτιστικού χαρακτήρα – αμφιβόλου όμως ποιότητας και ανύπαρκτης ουσιαστικά αξίας – οι οποίες αντιμετωπίζονται ως η πανάκεια που θα αντικαταστήσει το πρόβλημα της έλλειψης σοβαρής και εκσυγχρονισμένης πολιτιστικής στρατηγικής. Δυστυχώς, στην πλειοψηφία τους, αυτές οι πρωτοβουλίες χαρακτηρίζονται από έλλειψη συστηματικότητας και μεθοδικότητας και, εξυπηρετούν οποιαδήποτε άλλη ατζέντα εκτός από την πολιτιστική ανάπτυξη. Τα αποτελέσματά τους, συνεπώς, είναι εφήμερα και, ως εκ τούτου, δεν καταφέρνουν να ευεργετήσουν την κοινωνία και την οικονομία μας μακροπρόθεσμα – μάλλον το αντίθετο. Πρέπει, όλοι μας, με το χέρι στην καρδιά να παραδεχτούμε πως καμία εύκολη λύση δεν μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη».

Η Υβόννη Γεωργιάδου ακούει τακτικά τη φράση «κάνετε τη δουλειά που θα έπρεπε να κάνει το Υπουργείο Πολιτισμού». Όσοι τη γνωρίζουν, ωστόσο, ξέρουν ότι αντιμετωπίζει τη δουλειά της και το έργο του Ιδρύματος με ταπεινοφροσύνη. Νομιμοποιείται ωστόσο να επισημάνει περήφανα ότι το Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Φάρος αποτελεί υπόδειγμα πολιτιστικής πρωτοβουλίας και να προσθέσει: «Μακάρι να είχαμε λίγη παραπάνω στήριξη για να κάνουμε ακόμα πιο πολλά.»