Το «Πρόσεχε τι εύχεσαι» στα πιο νοσηρά -και καλύτερά- του. Πώς η νέα ταινία του Κάρι Μπάρκερ παίρνει μια κλισέ ρομαντική φαντασίωση και τη μετατρέπει στο πιο σφιχτοδεμένο, ανατριχιαστικό και ψυχοβγαλτικό θρίλερ της χρονιάς.
Ξέρετε αυτή την αιώνια, υπερ-ρομαντικοποιημένη σινεφίλ φαντασίωση όπου ο εσωστρεφής, ψιλο-nerd τύπος είναι κρυφά ερωτευμένος με την πανέμορφη συνάδελφό του, τρώει το friend-zone της αρκούδας και πασχίζει να της εκφράσει τα συναισθήματά του; Ε, το «Obsession» παίρνει αυτό ακριβώς το κλισέ, του ρίχνει μια γερή δόση από το αρχετυπικό διήγημα της «ευχής που πάει στραβά» «The Monkey’s Paw» (1902) και μία γερή από «Fatal Attraction» on steroids, τα βουτάει όλα στο body horror και μας τα πετάει στη μούρη, έτσι απροκάλυπτα και χωρίς προειδοποίηση για το τι σε περιμένει. Το αποτέλεσμα; Οι δεσμευμένοι βγαίνουν από την αίθουσα με κρίση πανικού και οι singles πανηγυρίζουν την ελευθερία τους.
Ο Μπέαρ (ο εξαιρετικός Μάικλ Τζόνστον) δουλεύει σε ένα συνοικιακό δισκοπωλείο και λιώνει σιωπηλά για την κολλητή και συνάδελφό του, Νίκι (η πραγματικά απίστευτη Ίντι Ναβαρέτι που της αξίζουν όλα τα ερμηνευτικά βραβεία της χρονιάς). Όταν πέφτει στα χέρια του ένα vintage, μαγικό παιχνίδι των 80s ονόματι «One Wish Willow», που υποτίθεται πως πραγματοποιεί μία και μοναδική ευχή, ο απελπισμένος μας ήρωας, κάνει το λάθος να ευχηθεί να τον ερωτευτεί. Και το σύμπαν, ως γνωστόν, έχει πολύ διεστραμμένο χιούμορ: Η Nikki τον ερωτεύεται.
Τον ερωτεύεται, όμως, σε βαθμό εμμονής. Και τρέλας. Το αρχικό, ονειρικό «Θέλω να είμαστε συνέχεια μαζί» μετατρέπεται αστραπιαία σε μια εμμονική, κλειστοφοβική και τελικά ακραία βίαιη συνεξάρτηση. Η Νίκι χάνει εντελώς την προσωπικότητα και την ελεύθερη βούλησή της, υπάρχοντας πλέον αποκλειστικά ως ένα πλάσμα προγραμματισμένο να τον λατρεύει. Και κάπου εκεί το όνειρο γίνεται ανόθευτος εφιάλτης.
Εκεί που η ταινία του Κάρι Μπάρκερ απογειώνεται είναι στο πώς διαχειρίζεται την έννοια του κακού. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με επιφανειακές καρικατούρες που συνήθως συναντάμε στο είδος, καθώς το «τέρας» εδώ είναι η ίδια η ασφυκτική αγάπη, και το πιο ανατριχιαστικό εύρημα είναι πως ο κακός της υπόθεσης είναι ταυτόχρονα και το απόλυτο θύμα.

Η Ίντι Ναβαρέτι παραδίδει ένα υποκριτικό ρεσιτάλ που φέρνει στο μυαλό την Ιζαμπέλ Ατζανί στο ιστορικό «Possession» του Ζουλάβσκι. Το πρόσωπό της συσπάται αφύσικα, περνάει από την απόλυτη, γαλήνια τρυφερότητα σε ζωώδη ουρλιαχτά από την άβυσσο μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, και σε κάνει να παρακολουθείς την οθόνη με τα νεύρα τσατάλια.
Ο 26χρονος Μπάρκερ-που είχε ήδη κάνει το ίντερνετ να παραμιλά με το low-budget YouTube sensation «Milk & Serial»- αποδεικνύεται μαέστρος της οικονομίας. Χρησιμοποιώντας τα πενιχρά του μέσα στο έπακρο, παίζει πανούργα με τις σκιές στο ημίφως του σπιτιού (έξυπνο να αφήνει το πρόσωπο της Νίκι στη σκιά, επιτρέποντας στον εγκέφαλο του θεατή να «συμπληρώσει» τα κενά με τρομακτικά αποτελέσματα) και παραδίδει ένα ηχητικό design που κάνει τα jump scares να σε χτυπάνε σαν tasers! Όπως ακριβώς ισχύει για τους μεγάλους μετρ του τρόμου, ο τύπος ξέρει να σου κάνει «μπου» και να κλάνεις μέντες στη στιγμή.
Πέρα από τα -μοναδικά σε ρυθμό και εκτέλεση- jump scares, το «Obsession» σκάβει βαθιά στον πυρήνα των ανθρώπινων σχέσεων και ξεσκεπάζει τα πιο σκοτεινά ένστικτά μας, προσφέροντας άφθονη τροφή για σκέψη. Σ’ ένα επίπεδο, είναι μια αλληγορία για την επιθυμία ελέγχου σε μια σχέση -η μετατροπή του συντρόφου σε αντικείμενο λατρείας, απόλυτα υποταγμένο, χάνοντας την ίδια του την ταυτότητα. Αυτό που ξεκινά ως αθώα λαχτάρα, μεταλλάσσεται σε μια παρασιτική σχέση, όπου η αυτονομία θυσιάζεται στον βωμό της «απόλυτης αγάπης».
Η ταινία θέτει καίρια ερωτήματα για την έννοια της συναίνεσης, της αληθινής επικοινωνίας και των ορίων της «ανιδιοτέλειας», υπενθυμίζοντας πως η εμμονή, ακόμα και μεταμφιεσμένη σε ρομαντισμό, αποτελεί μορφή βίας. Η ειρωνεία είναι εμφανής: Ο Μπέαρ, που ποθούσε τόσο απεγνωσμένα τη Νίκι, καταλήγει αιχμάλωτος της ίδιας του της επιθυμίας, ανήμπορος να διαχειριστεί την καταστροφική δύναμη του ελέγχου που ο ίδιος προκάλεσε. Κι αυτή ακριβώς η ψυχολογική αποδόμηση, η συνειδητοποίηση της προσωπικής ευθύνης, κάνει τον τρόμο να διαρκεί πολύ περισσότερο από το πέσιμο των τίτλων τέλους.
Η ταινία γυρίστηκε με μπάτζετ μόλις 750.000 δολάρια και έχει ήδη ξεπεράσει τα 300 εκατομμύρια στο παγκόσμιο box office, γράφοντας ιστορία ως μία από τις πιο κερδοφόρες indie horror κυκλοφορίες της δεκαετίας – κι αυτό κυρίως χάρη στο word of mouth ανάμεσα στους Gen Z-ers που τρέχουν μιλιούνια στις αίθουσες, για να το δουν. Ένα ολόμαυρο, σαρδόνιο cautionary tale για την τοξική κτητικότητα και την καταπάτηση του ζωτικού χώρου που σε κάνει να μπαίνεις στην αίθουσα χαμογελαστός και να βγαίνεις με αυχενικό.
Μαζί με το «Backrooms» του 21χρονου Κέιν Πάρσονς, μιλάμε για τις δύο απόλυτες ταινίες τρόμου των 20s και για τους Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και Σαμ Ράιμι της Gen Z!
(Φιλική συμβουλή: Μην το δείτε μόνοι. Κι αν πάτε με το αμόρε, καλή τύχη με την αμήχανη σιωπή της επιστροφής).
- INFO Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους RIO CINEMAS και K CINEPLEX. Διάρκεια: 120’
DOWNTOWN 28.6.2026