Μεχμέτ Γιασίν: «Ιχθύς Ομογενής», εκδόσεις Αστάρτη, 2018. 
 
Ένα μυθιστόρημα πειραματικό, πολύπλευρο, πολυεπίπεδο, σύνθετο, νεωτερικό και ρηξικέλευθο. Ένα μυθιστόρημα που βγάζει περιπαικτικά τη γλώσσα στις συναισθηματικά φορτισμένες θεωρίες τού ανήκειν σε μια γλώσσα, ένα έθνος, μια εθνότητα, μια θρησκεία, μια μειονότητα, ένα κράτος, μια χώρα. Ένα μυθιστόρημα κοσμοπολίτικο, διεθνικό, υπερεθνικό και διεθνιστικό. Αυτό είναι το μυθιστόρημα του Τ/κ λογοτέχνη Μεχμέτ Γιασίν «Ιχθύς Ομογενής». Ένα μυθιστόρημα αυτοαναφορικό, αλλά συνάμα συλλογικά πολυπολιτισμικό για μιαν ευρύτερη περιοχή που δεν συνδέει μόνο τους ιστούς μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και Κύπρου, αλλά εκτείνεται στους ευρύτερους ευρωπαϊκούς ορίζοντες, αγκαλιάζοντας τους με ζέση και δοτικότητα.
 
Η διαπολιτισμική εγγύς αντιπαλότητα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σκιαγραφείται ποικιλότροπα και επανειλημμένα στο βιβλίο του Μ.Γ. Για παράδειγμα, ένας από τους ήρωες του, ο Αλέξανδρος: «Στην Αθήνα, έξω από το σπίτι του είναι Έλληνας αλλά στο σπίτι του Τούρκος. Ενώ στην Κωνσταντινούπολη, έξω από το σπίτι είναι Τούρκος και μέσα στο σπίτι Έλληνας». (σελ. 33)
Ο συντηρητισμός της τουρκικής κοινωνίας, ιδιαίτερα της τουρκικής επαρχίας, ψέγεται συνεχώς και με εμφανή δηκτικότητα. Ένας εκπρόσωπος αυτής της νοοτροπίας επιτίθεται λαύρος στη νεαροπαρέα των ηρώων του συγγραφέα: «Αντί να αφήνετε μαλλιά σαν τη μάνα σας, αφήστε μουστάκι σαν τον πατέρα σας». (σελ. 56)
Ο Μ.Γ. δεν χαρίζεται όμως ούτε στην «τουρκική ιντελιγκέντσια», αφού θεωρεί τους εκπροσώπους της «εγγόνια των πασάδων», «που εκτόπισαν τους Αρμένιους», «παιδιά των Κεμαλιστών», «που εκτόπισαν τους Ρωμιούς», που είναι οι ίδιοι «οι κεντροαριστεροί που εκτόπισαν τους Κούρδους». (σελ. 93) Και αυτός ο διαρκής και διαδοχικός εκτοπισμός-παραγκωνισμός συνιστά μιαν άκρως συνοπτική ιστορική ανάλυση της άρχουσας τάξης στη σύγχρονη Τουρκία.
 
Το μυθιστόρημα του Μ.Γ. είναι ένα βιβλίο υπέρπληρες από θέσεις και επιχειρήματα, πολιτικά, ιδεολογικά, κοινωνικά, φιλοσοφικά, κοσμοθεωρητικά και άλλα: «Η αίσθηση ότι δεν ανήκεις σε καμιά πατρίδα είναι σύνδρομο των διανοούμενων. Οι διανοούμενοι επικοινωνούν καλύτερα με τους διανοούμενους άλλων χωρών, παρά με τους δικούς τους». (σελ.97)
 
Ο Μ.Γ. είναι ένας συγγραφέας αντιεξουσιαστής, με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία στη γραφή του: «Εμένα οι κατ’ εξοχήν αναγνώστες μου …είναι οι ποικιλώνυμες μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών». (σελ. 115) Το βιβλίο του Μ.Γ. χαρακτηρίζεται και από ταξική αυτογνωσία: «Εσύ δεν έμαθες από το Μαρξ τι φάρα είναι η τάξη από την οποία προέρχεσαι. Το ήξερες από την αρχή». (σελ. 140)
Ο Μ.Γ. παραλληλίζει εύστοχα και ευφάνταστα την αραβοϊσραηλινή διένεξη, χρονίζουσα και αδιέξοδη, με τις ταραχώδεις και γεμάτες καχυποψία σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Τουλάχιστον σε ένα μέρος του βιβλίου του μιλά για τους μεν, υπονοώντας τους δε.
Ο Μ.Γ., ως κατά βάση ποιητής πρώτα και μετά πεζογράφος, δεν μπορεί παρά, συχνά – πυκνά, να αφήνεται σε συναισθηματικές εξάρσεις, ενίοτε και σε έναν αστικό πεσιμισμό: «…όλοι οι δρόμοι είναι γεμάτοι με πτώματα. Γυρίζουν τη νύχτα στα σπίτια τους σα νεκροί που γυρίζουν στους τάφους τους». (σελ. 181)
Συχνά στην ακίδα της κριτικής του συγγραφέα τίθεται ο αριστερός, παλαιοκομμουνιστικός δογματισμός, η συντήρηση και η σκληρότητά του. Και τον ψέγει όπου κι αν τον συναντά, στην Τουρκία, την Κύπρο ή άλλου: «Οι κομμουνιστές θα περάσουν στην ιστορία ως οι τελευταίοι ηθικολόγοι του αιώνα». (σελ. 234)
Ο συγγραφέας παραθέτει το πολυπολιτισμικό όραμά του με ευκρίνεια, καθαρότητα και απλότητα, διερωτώμενος: «Τι συμβαίνει αν κάποιος δεν ανήκει σε κανένα έθνος; Αν είναι πολυεθνικής προέλευσης, εάν έχει πολλές πολιτιστικές ταυτότητες και μητρικές γλώσσες;».  (σελ. 241)
Το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος είναι διαλογικό. Η ολιγομελής ομάδα των κεντρικών ηρώων του συγγραφέα διαλογίζεται συναμεταξύ της, συνήθως με παραστατική παράθεση κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων και άλλων συναφών ιδεολογικών πεποιθήσεων. Συχνά οι σελίδες του βιβλίου προσομοιάζουν με συζήτηση στρογγυλής τραπέζης, γεμάτη ζήλο και παλμό.
Από την άλλη, η διακωμώδηση του συντηρητισμού, της οπισθοδρομικότητας των ηθών στην τουρκική επαρχία, διατρέχει όλο το βιβλίο. Έρχεται και επανέρχεται με μαστιγωτική κριτική, ειρωνεία και καυστικότητα. Το βιβλίο διαπνέεται και από έναν έντονο ερωτισμό, γεμάτο σφριγηλότητα, νεανικότητα, πάθος και ανεπιτήδευτο αυθορμητισμό. Και ασφαλώς, όλα τα πιο πάνω στοιχεία είναι σύμφυτα με την ηλικία του Μ.Γ. όταν έγραφε, στα τούρκικα φυσικά, αυτό το μυθιστόρημα, πριν από 25 χρόνια περίπου.
 
Λαχταριστά ενδιαφέρουσα βρήκα την 15η ιστορία μέσα στο μυθιστόρημα, που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά ένα ψυχογραφικό πανόραμα των γυναικών όλων των ηλικιών στη σύγχρονη Τουρκία. Ένα χαρακτηριστικό συμπέρασμα: «Οι μεσήλικες γυναίκες δεν μπορούν να απαγκιστρωθούν από τη σκιά των πασάδων πατεράδων τους μέχρι να πεθάνουν. Περιμένουν την πατρική φροντίδα, όχι μονάχα από τους συζύγους τους αλλά κι από τους γιούς τους». (σελ. 314)
 
Οι κυπριακές ιστορίες στο μυθιστόρημα του Μ.Γ. – που εκτείνονται από τη σελ. 341 μέχρι και το τέλος του βιβλίου στη σελ. 535 – στην ουσία αποτελούν ένα ένθετο βιβλίο μέσα στο κυρίως βιβλίο. Πρόκειται για σχετικά ευσύνοπτες και αυτόνομες ιστορίες όπου σμίγουν  αρμονικά και σύνθετα τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ με αυτά της ποίησης. Η ζωντάνια και η παραστατικότητα της γραφής συνδυάζονται με την έμπνευση, την φαντασία και την ποιητικότητα. Και σε αυτό το τμήμα του βιβλίου ο Μ.Γ. χλευάζει τον καθωσπρεπισμό και την επιτήδευση όπου κι αν συναντά αυτά τα φαινόμενα. Ομοίως συμπεριφέρεται και σε σχέση με τον δογματισμό και τον φορμαλισμό. Ιδιαιτέρως εύγλωττη αλλά και αισθητικά επαρκή βρίσκω τη σάτιρα του συγγραφέα για την παραδοσιακή τουρκοκυπριακή αριστερά, αλλά και για τα ισχύοντα στα πάλαι ποτέ κραταιά καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού.