Άντρος Λυρίτσας: «…Πάντων των αοράτων», αυτοέκδοση 2019.
 
Ο Άντρος Λυρίτσας είναι ποιητής αξιομνημόνευτης κοινωνικής ευαισθησίας, πλούσιου αισθητικού υπόβαθρου και ενδιαφέρουσων φιλοσοφικών αλλά και δημοσιολογικών αναζητήσεων. Είναι σχετικά ολιγογράφος, αλλά ουδόλως στατικός δημιουργός. Από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του, «Αντι-ποίηση ζωής» 2013, μέχρι την παρούσα, υπό παρουσίαση συλλογή «…Πάντων των αοράτων» 2019, μας χωρίζουν έξι χρόνια. Η περίοδος αυτή υπήρξε αρκετά ουσιαστική, ούτως ώστε να επέλθουν αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις στη γραφή του. Οι προβληματισμοί του έγιναν βαθύτεροι και πιο σύνθετοι. Ως εκ τούτου, έγιναν και οι συμβολισμοί του πιο δύσβατοι, τα κλειδιά των μηνυμάτων του πιο πολύπλοκα. Αλλά, αυτό είναι το τίμημα του βάθους.
 
Αν το κύριο αισθητικό στίγμα στην «Αντι-ποίηση ζωής» ήταν η πρόσμιξη της ποιητικής με την ερωτική θεματική, στη νέα συλλογή αυτό οριοθετείται μεταξύ των χριστιανικών συμβολισμών μεταταγμένων σε άλλες διαστάσεις και της πανταχού παρούσας ποιητολογικής αναζήτησης. Δηλαδή, το κύριο αισθητικό στίγμα στη συλλογή «…Πάντων των αοράτων» είναι η σύζευξη των χριστιανικών συμβολισμών με την ποιητική.
 
Θα ήθελα όμως να αρχίσω από την προμετωπίδα του βιβλίου, στην οποία οφείλεται και ο τίτλος όλης της συλλογής: «Αν ο Θεός είναι ποιητής όλων των ορατών / Ο ποιητής είναι Θεός πάντων των αοράτων». Η ποίηση για την ποίηση αποτελεί την πιο προσφιλή θεματική όλων των ποιητών. Μέσα από αυτήν ανοίγουν το αισθητικό τους εργαστήρι, αποκαλύπτουν τα «μυστικά» της τεχνοτροπικής τους κουζίνας. Έτσι, συνομιλούν με τους ομότεχνους τους, επευφημώντας ή επικρίνοντας εαυτούς και αλλήλους. Η προμετωπίδα του Α.Λ. είναι εύστοχη, εκφραστική, παραστατική, και με καθολικευμένη θεώρηση των πραγμάτων, κάτι που την ενισχύει και οντολογικά.
Προτού περάσω στα αμιγή ποιήματα ποιητικής, θα ήθελα να επισημάνω ότι σ’ αυτή τη συλλογή ο Α.Λ. αξιοποιεί στο έπακρο όλο το εκφραστικό και συμβολιστικό οπλοστάσιο του χριστιανισμού, την Καινή και Παλαιά Διαθήκη, τις ευαγγελικές γραφές, ρήσεις, ήρωες, παραστάσεις και καταστάσεις. Κι όλα αυτά τα αναπλάθει αισθητικά και τα μετατάσσει σε άλλα επίπεδα, αναπαλαιώνοντας τα με το αστραφτερό βερνίκι της ευθύτητας, της ειλικρίνειας και της ευαισθησίας.
 
Ο ποιητής μετέρχεται όλους τους συμβολισμούς, όλο το λεκτικό, την ορολογία, την εθιμοτυπία και τη λειτουργία της χριστιανικής ορθοδοξίας, μεταφέροντας τα σε ένα άλλο εντελώς διαφορετικό επίπεδο, και διαφορετική διάσταση, ποιητολογική. Ο Α.Λ. μιλά για την ποίηση με εκκλησιαστικούς όρους και προβαίνει σε στοχασμούς ιδιαίτερα ευλαβείς: «Θα κλειστώ στο μοναστήρι της ποίησης / Πούναι κτισμένο στα μετέωρα των λέξεων… / …θα ψάλλω κοντάκια των πόθων και εφύμνια των στεναγμών / Όσοι πιστοί / ελάτε στο Αραράτ της μοναξιάς να με σταυρώσετε». (σελ. 7)
 
Ο ποιητής ανατρέπει τη χριστιανική σημειολογία, την καθυποτάσει, την επιστρατεύει αισθητικά. Μετατρέπει το δόγμα σε όραμα, ένα όραμα βαθύ, υπερβατικό και ουμανιστικό. Κύριο εκφραστικό, υφολογικό του όπλο, ο συναισθηματικός φόρτος, το συγκινησιακό ρίγος και μια βαθύτατη, συμπάσχουσα, συμπονούσα ευαισθησία: «Παναγία μου των εκπλήξεων / Πού έκρυβες τόσον οίστρο / Κι έκανες κείνο το παιδί / Που ανέβαινε το Γολγοθά / Και λουλουδιάζαν οι σταυροί / Που μιλούσε για αγάπη / Κι οι παρθένες άπλωναν τα ασπροσέντονα τους». (σελ. 20)
 
Σε ένα ενδεικτικό ποίημα ποιητικής ο Α.Λ. πειραματίζεται αιωρούμενος μεταξύ απογοήτευσης και ελπίδας, απόγνωσης και προσδοκίας, θλίψης και χαμόγελου: «Ποίηση είναι η απόσταξη της ζωής / Μα εγώ δεν έχω τι να αποστάξω… / …θα αποστάξω την πέτρα / Να κυλήσει σαν δάκρυ η ζωή». (σελ. 18) Γενικά, οι ακραίες συναισθηματικά καταστάσεις φαίνεται ότι εμπνέουν τους ποιητές, μη εξαιρουμένου και του Α.Λ.
 
Ο ποιητής, συνήθως, οριοθετεί ένα ζήτημα με τους πρώτους του στίχους και ολοκληρώνει με συμπερασματική κατακλείδα, που δίνει την απάντηση στο ερώτημα το οποίο τέθηκε αρχικά: «Γιατί χορεύουμε / Αφού μπορούμε σταθερά να περπατούμε; / …Ξαπλώνω κάτω απ’ το δέντρο σου / Όχι για τα δροσερά φιλιά σου  / Μα για την ανατριχίλα που φωλιάζει στις ρίζες σου». (σελ. 8) Εδώ ο Α.Λ. μάλλον πραγματεύεται το στοιχείο της κατάκτησης στην ποίηση. Η ποίηση δεν σου δίδεται, ούτε σου παραδίδεται, την κατακτάς. Αυτή πιστεύω πως είναι η πεποίθηση του Α.Λ. που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.
 
Περνώ τώρα στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου που φέρει υπότιτλο: «Αφιερώσεις». Εδώ ο ποιητής αναπτύσσει διακειμενικούς διαλόγους με διάφορους δημιουργούς, όχι μόνο ποιητές, αλλά και με άλλες ιστορικές προσωπικότητες. Ξεχώρισα το διάλογο του Α.Λ. με τον Εμπειρίκο, τον οποίο προσεγγίζει όχι μόνο θεματικά, αλλά και υφολογικά: «Στις εν καμίνω προσευχές /  Ή στο τσίμπημα ενός ρόδου που εκπορνεύτηκε / Στην ερυθριώσα  ωχρότητα ενός κούρου που ανεστήθη / Ή στους βοστρύχους ανατέλλοντος αιδοίου». (σελ. 38) Με δυο λόγια, ο Α.Λ. ομιλεί στον ποιητή με τη γλώσσα του, μετέρχεται τα ίδια εκφραστικά μέσα, την ίδια τεχνοτροπία και αισθητική.
 
Άφησα τελευταίο το ποίημα που αφιερώνεται στον Φιντέλ Κάστρο, που είναι και το πλέον πολιτικό σε όλο το βιβλίο, το διαυγέστατα πλέον πολιτικό ποίημα. Αυτό έχει χαρακτήρα διακήρυξης με οικουμενικές διαστάσεις: «Μέσα στα γένια σου κτίζουν φωλιά τ’ αηδόνια / Η φαιοπράσινη στολή σου χρωματίζει τα δάση όλου του κόσμου / Γίνεται αντίσκηνο στους συνοικισμούς των κατατρεγμένων». (σελ. 50) Οι προεκτάσεις του συγκεκριμένου ποιήματος φτάνουν μέχρι την Κύπρο και την αντίσταση στο προδοτικό – φασιστικό πραξικόπημα: «Φιντέλ / Τα καλασνίκωφ κροταλίζουν το όνομά σου / Στο Βιετνάμ, στην Αγκόλα, στην Αιθιοπία, στη Βολιβία / Κι οι τιμημένοι του Καϊμακλιού ορκίζονται στ’ όνομά σου». (σελ. 51) Ο ποιητής πετυχαίνει να τοποθετήσει τον Φιντέλ στο παγκόσμιο πολιτικο – κοινωνικό γίγνεσθαι με την επάρκεια και την ακρίβεια του οράματος του Κουβανού επαναστάτη.