Την πηγαία και πολύπτυχη εικαστική παραγωγή των τελευταίων 40 χρόνων της Κύπριας δημιουργού Μαίρης Πλαντ διερευνά και αναδεικνύει η αναδρομική έκθεση με τίτλο «Mythographies», που εγκαινιάζεται στις 3 Σεπτεμβρίου στον Πολυχώρο Πολιτισμού Παλιά Ηλεκτρική στην Πάφο.
Η έκθεση, την οποία επιμελούνται η Μαρίνα Χριστοδουλίδου και η Μαρίνα Δημοσθένους, συνδιοργανώνεται από το Υφυπουργείο Πολιτισμού (Πολιτιστικές Υπηρεσίες), τον Δήμο Πάφου και το Κέντρο Τεχνών Κίμωνος.
Θέτει ως αφετηρία τα πρώιμα έργα της Πλαντ, τα οποία δημιούργησε κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο Λονδίνο. Τα έργα αυτά, που φέρουν ως κύριο μέσο το λεπτό χαρτί, αναδεικνύουν την απτότητα ως βασικό εκφραστικό στοιχείο και σηματοδοτούν φανερούς και αδιόρατους συσχετισμούς με τη διαδικασία της γραφής εν γένει.
Η έκθεση περιλαμβάνει πρόγραμμα παράλληλων εκδηλώσεων με τη συμμετοχή του κοινού, ενώ η συνολική έρευνα γύρω από το έργο της εικαστικού συνδέεται με σειρά εκδόσεων, μια εκ των οποίων υλοποιείται σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Armida Books.
- Πάφος, Πολυχώρος Πολιτισμού Παλιά Ηλεκτρική. Εγκαίνια: Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου, 7μ.μ. Διάρκεια: Μέχρι 27 Οκτωβρίου (Δευτέρα – Παρασκευή 9π.μ.- 1.μ. & 3μ.μ.- 6μ.μ., Σάββατο 10π.μ.- 1μ.μ.)
Η γραφή, αλλά και ο μύθος – που από πολύ νωρίς εμφανίζεται στο έργο της Πλαντ – αποτελούν εγγενή στοιχεία και συστατικές δομές του –όπως υπαινίσσεται κι ο τίτλος της έκθεσης- και βρίσκονται σε σχέση αλληλοτροφοδότησης μεταξύ τους. Η Πλαντ επεξεργάζεται το έργο της ως μια εκτενή διαδικασία μελέτης, μέσα από την οποία συντάσσει γραπτές και ζωντανές αφηγήσεις και καταγράφει πολύπλευρες ερμηνείες για τον μύθο.
Γεννημένη το 1943 στην Αμμόχωστο και ζώντας και δημιουργώντας για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες στο Λονδίνο (1975-2010), η Πλαντ βιώνει, από τη μια, τις μνήμες για τον οικείο χώρο και από την άλλη παρέχει μέσα από το έργο της το περιβάλλον που επιτρέπει μία φαντασιακή θέαση του γενέθλιού της τόπου. Η ενθύμηση και το φαντασιακό, ο νόστος και η περιπλάνηση είναι έννοιες που χαρακτηρίζουν την ολότητα του έργου της Πλαντ και αποτελούν λέξεις- κλειδιά για την ερμηνεία του.
Το ανήκειν προτείνεται ως εσωτερικό αποκύημα και η απώλεια εκφράζεται ως ποίηση, με απαρχή τη Σαλαμίνα της Κύπρου, ως τόπου εν μέσω θαλασσινού νερού. Εκεί όπου το κοίλον του Θεάτρου της Σαλαμίνας μεταμορφώνεται μέσα από μια αμιγώς ασυνείδητη διαδικασία στο κοχύλι με το οποίο η Αφροδίτη φθάνει στην Κύπρο για να γεννηθεί και το οποίο επαναλαμβάνεται, αλλά και μεταβάλλεται σε κάθε επόμενη σύνθεση στα έργα της εικαστικού.
Μέσα από τη μυθογραφία, η Πλαντ αντλεί και συλλέγει συμβολισμούς, στοιχειοθετώντας τους στη ζωγραφική επιφάνεια. Επιχειρεί έτσι να αναβιώσει τον μύθο στον σύγχρονο πολιτισμό, αναζωοδοτώντας το μυθικό μέσα από τις μορφές του μοντέρνου και εμπλουτίζοντας τις μορφολογικές και υφολογικές της αναζητήσεις μέσα από σύγχρονες αναγνώσεις του μύθου.
Το μεγαλύτερο φάσμα του έργου της περιστρέφεται γύρω από την ανάδυση της θεάς Αφροδίτης από τη θάλασσα και ως εκ τούτου γύρω από το ζήτημα της προέλευσης της μορφής από το άμορφο. Αφηγείται, ακόμα, τη μυθική ή φαντασιακή βιογραφία της θέας που τεχνηέντως αποδίδει σε ποικιλόμορφες εκδοχές. Χρησιμοποιώντας τον βαίτυλο, την ιερή πέτρα που βρισκόταν στον ναό της στην Παλαίπαφο, αναδεικνύει την αρχέγονη και αρχετυπική αναπαράσταση της θεάς. Η Πλαντ προβάλλει με τον τρόπο αυτό τις ανατολικές δομές της Αφροδίτης και την πολυπολιτισμική ταυτότητα της θεάς, που δεν είναι άλλη από την ταυτότητα της Κύπρου και της Μεσογείου, ως ο χώρος του συγκερασμού διαφόρων πολιτισμών, της υβριδικότητας, των συνεχών κινήσεων αλλά και των σύνθετων ταυτοτήτων.
Ο συμβολισμός της Αφροδίτης ως αναφορικής φιγούρας της δημιουργικότητας διαπερνά το σύνολο του έργου της Πλαντ. Χαρακτηριστικές είναι οι σειρές έργων «Κήποι της Αφροδίτης» και «Ύμνοι για την κυπριακή θάλασσα», στις οποίες η επιτομή της δημιουργίας συνοψίζεται στη σειρά των «Ανθογραμμάτων» (2000), ενός αλφαβήτου εμπνευσμένου από τις μορφές λουλουδιών και καρπών, το οποίο ανέπτυξε η Πλαντ με σκοπό τη δημιουργία μια καινούριας εικαστικής γραφής. Έπειτα από ταξίδια στη Σιβηρία και στη Μογγολία κατά τη δεκαετία του 1990, εμπνέεται επίσης την ενότητα με γενική θεματική τον «Έρωτα». Σε αυτήν, αλλά και στην πρώιμη ενότητα «Σάλαμις» (1980), αυτούσια κείμενα της δημιουργού επανέρχονται ως εικαστική ποίηση, καθιστώντας την Πλαντ την πρώτη Κύπρια γυναίκα καλλιτέχνη που δημιουργεί εικαστικά βιβλία. Τα τελευταία σηματοδοτούν το μοναδικό γλυπτικό σώμα έργου της, το οποίο διαμορφώνεται από τα πρώιμα κιόλας χρόνια της πρακτικής της μέχρι και σήμερα.
Η Μαίρη Πλαντ σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών Chelsea του Λονδίνου (1976-81) από όπου αποφοίτησε με μεταπτυχιακό τίτλο. Ατομικές και ομαδικές εκθέσεις της έχουν πραγματοποιηθεί σε Αγγλία, Κύπρο, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία και Χονγκ- Κονγκ, ενώ απέσπασε τιμητικά βραβεία για το έργο της από τα πρώτα στάδια της πορείας της. Αναφορές στο έργο της περιλαμβάνουν διεθνείς περιοδικές εκδόσεις όπως οι Art Monthly και Women’s Art από τη δεκαετία του 1990, μεταξύ άλλων. Έργα της βρίσκονται σε πολυάριθμες ιδιωτικές συλλογές στο εξωτερικό και την Κύπρο, καθώς και σε δημόσιες συλλογές, συμπεριλαμβανομένης της Κρατικής Συλλογής Κυπριακής Τέχνης, του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη στο Λονδίνο και του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τράπεζας Κύπρου. Καταλυτικό ρόλο στην πρακτική της αποτέλεσαν τα ταξίδια της στη Σιβηρία και τη Μογγολία, έπειτα από πρόσκληση της Συντεχνίας Καλλιτεχνών του Κρασνογιάρσκ και του Ουλάν Μπατόρ, αντίστοιχα. Σήμερα η εικαστικός ζει και εργάζεται στη Λευκωσία και τα Κούκλια.
* Στην κεντρική φωτογραφία: «Erotes with Aprhodite’s net», 1994-95.