Στοιχεία βασισμένα στο περιεχόμενο δύο διαθηκών που ανήκουν σε μέλη της  σπουδαίας κυπριακής οικογένειας των Ποδοκάθαρων, η οποία διέπρεψε σε πολλούς τομείς κατά τη Φραγκοκρατία και κατά τους χρόνους της βενετικής κυριαρχίας, έφεραν στο φως τη μακραίωνη ιστορία του μεγάρου τους στη Λευκωσία.

Το μέγαρο αυτό δεν είναι άλλο παρά η επιβλητική κατοικία που μας είναι γνωστή ως αρχοντικό του δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνεσίου και του οποίου η οικοδόμηση ανάγεται στον 15ο αιώνα.

Παρουσιάζει πραγματικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αποτελεί ευτυχές γεγονός ότι το μέγαρο των Ποδοκάθαρων, το λαμπρό αυτό οικοδόμημα του οποίου τα θεμέλια είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, διασώζεται έως σήμερα. Όλοι γνωρίζουμε το μέγαρο αυτό με την ονομασία αρχοντικό ή μάλλον κονάκι του δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνεσίου. Αναμφισβήτητα το οικοδόμημα αυτό στο πέρασμα των αιώνων έχει υποστεί μεταβολές, επισκευές και προσθήκες.

Ωστόσο, η μελέτη την οποία έχει δημοσιεύσει η γράφουσα σε έγκυρο επιστημονικό περιοδικό, με τη διαθήκη  της ιδιοκτήτριας του μεγάρου Καικιλίας Ποδοκάθαρου και σχολιάζοντας τη διαθήκη του παππού της Ούγου Ποδοκάθαρου, ξεδιπλώνουν οι δύο αυτές πηγές τη μακραίωνη ιστορία του μεγάρου και διατρανώνουν ότι η οικοδόμησή του εσφαλμένα έχει υποστηριχθεί ότι ανάγεται στα 1793, αφού η χρονολογία αυτή αναφέρεται απλώς  και μόνο στην ανακαίνισή του. Για μια ακόμη φορά  γίνεται κατάθεση των νέων και σημαντικών στοιχείων για την ιστορία του μεγάρου αυτού, στοιχεία που  ασφαλώς προσθέτουν  και σ’ αυτή την ίδια την μακραίωνη ιστορία  της πρωτεύουσάς μας. 

Οι ανωτέρω πηγές μας επιτρέπουν, αναντίλεκτα, να τεκμηριώσουμε την ταύτιση του αρχοντικού του Χατζηγεωργάκη με το μεγάλο μέγαρο των Ποδοκάθαρων στη Λευκωσία και την οικοδόμησή του κατά τον 15ο αιώνα, δηλαδή κατά τους χρόνους της φραγκικής κυριαρχίας. Ένα σημαντικό στοιχείο της ταύτισης του αρχοντικού  Χατζηγεωργάκη με το μέγαρο των Ποδοκάθαρων αλλά και της χρονολόγησής του, αποτελεί το οικόσημο που είναι λαξευμένο στο υπέρθυρό του.

Στο επάνω μέρος είναι λαξευμένος ο φτερωτός λέοντας, το έμβλημα της κυριάρχου Βενετίας, και από κάτω βρίσκεται ο δικέφαλος αετός, το έμβλημα του βυζαντινού αυτοκρατορικού οίκου, ενώ στη μέση του παρουσιάζεται ο σταυρός του Γολγοθά, κύριο εραλδικό στοιχείο που απαντά στους θυρεούς όλων των κλάδων της εν λόγω οικογένειας. Η ύπαρξη του βυζαντινού δικέφαλου δηλώνει την καταγωγή των Ποδοκάθαρων από παλαιό βυζαντινό οίκο και τη σχέση τους με τον κλάδο των Παλαιολόγων, που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο μετά την πτώση της βασιλίδος των πόλεων και σχετίστηκαν με επιγαμία μαζί τους. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι οι Ποδοκάθαροι σε βενετικό χειρόγραφο χαρακτηρίζονται ως Έλληνες (Dalla Grecia).

Το μέγαρο βρίσκεται στη μεσαιωνική ενορία της πόλης, αποκαλούμενη στις πηγές  του 15ου και 16ου αι. ως ενορία του Αγίου Αυγουστίνου, όπου βρίσκεται η μονή της Αγίας Μαρίας του Τάγματος του Αγίου Αυγουστίνου, το γνωστό μας σήμερα ως Ομεριέ τζαμί. Πρώτη ιδιοκτήτρια του μεγάρου ήταν η σύζυγος του αμιράλη, δηλαδή του ναυάρχου του βασιλείου της Κύπρου, Calseran Suarez από την Καστίλλη.

Ήδη στα μέσα του 15ου αιώνα, όπως μαρτυρείται στη διαθήκη του Ούγου Ποδοκάθαρου, το μέγαρο πέρασε με αγορά στον ίδιο. Στη συνέχεια το κληροδότησε στον γιο του Ευγένιο (Geni) και αυτός στη θυγατέρα του Καικιλία. Η Καικιλία που δεν είχε αποκτήσει απογόνους το κληροδότησε στον ιερωμένο εξάδελφό της Αμβρόσιο Ποδοκάθαρο. Τελευταίος ιδιοκτήτης του μεγάρου επί Βενετοκρατίας ήταν ο ανεψιός του Αμβρόσιου, φεουδάρχης Λίβιος Ποδοκάθαρος, που οικοδόμησε ιδίοις εξόδοις το 1567 τον προμαχώνα που γειτνιάζει με το μέγαρο και φέρει το όνομα της οικογένειάς του, δηλαδή προμαχώνας Ποδοκάθαρο.

Η Αρχιεπισκοπή  Κύπρου ως ιδιοκτήτρια του μεγάρου, το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ο δήμος Λευκωσίας και το υφυπουργείο Τουρισμού επιβάλλεται να προβάλουν και να αναδείξουν τη μακρά ιστορία του σημαντικού αυτού μνημείου, που αποτελεί μέρος της ιστορίας  και της παράδοσης της Κύπρου.

* Η Νάσα Παταπίου είναι ιστορικός – ερευνήτρια