Τα διηγήματα της Νίτσας Χριστοδούλου στην άρτιας αισθητικής και γλωσσικής επιμέλειας νεοεκδοθείσα συλλογή της «Ένας μικρός κόσμος» επαναφέρουν την προβληματική τής αφηγηματικότητας ως προς τη διαλεκτική συσχέτιση σημαινομένων και σημαινόντων, νοηματοδοτώντας τη λειτουργική συνύπαρξη της θεματικής και της έντεχνης αποτύπωσής τους. Αναδεικνύουν ιδίως τον οντολογικό πυρήνα της διηγηματικής γραφής, υποβάλλοντας το διαζευκτικό ερώτημα περί της εγγενούς νομοτέλειας και της εντελεχούς της στόχευσης. Επαρκεί μια «πεζογραφική» εξιστόρηση πραγματιστικών γεγονότων είτε φαντασιακών αληθοφανών δρώμενων σε δομικές διαδραστικές συναρθρώσεις και κορυφώσεις ευρηματικής πλοκής κατ’ απομίμηση της ζωής, του υπαρκτού ή και εξωπραγματικού μας κόσμου; 

Μήπως το ζητούμενο δεν είναι η μιμική ανάπλαση ως εξεικονιστική αντιγραφή ή περιγραφική αναδιήγηση αυτού του κόσμου αλλά η αναδιαμόρφωσή του στη δημιουργική μέθεξη συγγραφέως-αναγνώστη με όρους Αριστοτελικής μίμησης; Διότι, σύμφωνα και με τις ερμηνευτικές της προεκτάσεις στην αφηγηματολογική θεώρηση του Ricoeur, αν η λογοτεχνία συνδέεται με τον κόσμο, ωστόσο η θέασή του υπό άλλη οπτική έγκειται στην αποστασιοποίηση της γραφής από τη λειτουργία της τετριμμένης προφορικότητας. Η γλώσσα στο εγκόσμιο λογοτεχνικό μας σύμπαν δεν μεταφέρει απλώς το εκάστοτε εννοιολογικό της φορτίο αλλά μέσα από την πυκνότητα της δυναμικής της συνήχησης κομίζει τα μηνύματα ενός νέου οράματος. Τον ετεροκαθορισμό ενός διαφορετικού γίγνεσθαι με γνώμονα τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου με τη διακριτή ταυτότητα του ευαίσθητου ψυχισμού και του ανθρωπιστικού ήθους, της συναισθηματικής νοημοσύνης και του νοήμονος λόγου κατ’ αντίθεση προς τον απρόσωπο και απάνθρωπο ατομικισμό της κοινωνικής αλλοτρίωσης και της αμοραλιστικής εκμηδένισης αρχών και αξιών.

Στη συνεκδοχική μικρογραφία ενός τέτοιου κόσμου κινούνται τα πρόσωπα και των επτά διηγημάτων της συγγραφέως, αντανακλώντας σε εκτενέστερη κλίμακα τα ήθη, τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές τους: την ταπεινοφροσύνη ή τη μεγαλοσύνη αφανών ηρώων, την ευγένεια της αξιοπρέπειας και την αξιοθαύμαστη μαχητικότητά τους μπροστά στις αντιξοότητες του βίου και τον παραλογισμό του θανάτου, τις πνευματικές ανησυχίες και τις υψηλές τους αναζητήσεις είτε τη φιλοσοφημένη αναμέτρησή τους με την καταξίωση της αληθινής ζωής απέναντι στη μικρότητα της απαξίωσής της και τη μικρόνοια των ψευδεπίγραφων ποταπών της  εκφάνσεων. Εύστοχη επομένως η αμφισημία του τίτλου σε αντιστικτική εναρμόνιση με τη φιλοτέχνηση του εξωφύλλου από τον εικαστικό μας Ανδρέα Λαδόμματο, που σε μιαν αινιγματική σύνθεση στιγματίζει κυριολεκτικά και μεταφορικά στη θετική ή αποφατική ρηματική πρόσληψη μορφές που αποπνέουν τον πόνο και την περισυλλογή είτε δίνουν την αίσθηση μυστηριωδών όψεων και σκοτεινών προθέσεων.

Τα διηγηματικά κείμενα, που εισάγονται με οιονεί αποφθεγματικά προλογίσματα από κορυφαία λογοτεχνικά έργα, βιβλικές ρήσεις και σκέψεις της συγγραφέως, εμπνευσμένες από παλαιότερη νουβέλα της, εμποτίζονται με τον λυρισμό «αύρας λεπτής», ήτοι με την ποιητική καλλιέπεια μιας εκλεπτυσμένης στοχαστικής διάθεσης, που συγκροτεί τη φωνή του προσωπικού της ύφους. Μια γλωσσική έκφραση αυτάρκης και βιωματική, που κοινωνεί τον σπινθήρα του θάλπους έως το θάμβος του βάθους της, μεταδίδοντας το συγκινησιακό ρίγος, καθώς αντλείται από την πηγαία  ιδιοπροσωπία είτε κατά τον Roland Barthes από τη «μυστική μυθολογία του δημιουργού». Μια μυθολογία που εμπλουτίζεται από ζωογόνες συγγραφικές πηγές, όπως επιμαρτυρούν οι διηγηματικές προμετωπίδες, και που ξέρει ωστόσο να απομυθοποιεί τα προσωπεία των πλασματικών εικόνων και τα απεικάσματα της αποπλάνησης τους, εμφαίνοντας τις αποκαλυπτικές αλήθειες των αυθεντικών προσώπων. Εξ ου και με διεισδυτικές εμβαθύνσεις φιλοσοφημένων αναλυτικών παρατηρήσεων και λεπτοφυών συνειρμικών αναγωγών σε πρότερους ή παράλληλους και αντιθετικούς βίους ψυχογραφεί τους ζωντανούς διηγηματικούς της χαρακτήρες. 

Στο πρώτο διήγημα, που επιγράφεται «Ο Σαντιάγο της καρδιάς μου», μια μετωνυμική αλληγορία που παραπέμπει στον γνωστό ήρωα του Hemingway και στον συμβολισμό της ακατάβλητης αγωνιστικότητάς του, ο πονεμένος Μικρασιάτης γέρος κάτω από τα δεινά του ξεριζωμού, τον θάνατο της γυναίκας του και την απώλεια του γιου του στη Μανσούρα κατά την τουρκανταρσία, συνεχίζει να παλεύει με όλες του τις δυνάμεις για να θρέψει τη χαροκαμένη νύφη του και τα τρία εγγόνια του. Το αίτημά του εντούτοις για αναστολή της στρατιωτικής θητείας του εγγόνου του, που ικανοποιείται με απαλλαγή από τις αρμόδιες αρχές δεν προλαβαίνει να εκπληρωθεί με την πτώση του ηρωικού εθνοφρουρού από τα τουρκικά πυρά. Η ανελέητη τραγική μοίρα της προσφυγιάς και οι αλλεπάλληλοι θάνατοι δεν ανακαλούν μόνο το δράμα του Μικρασιατικού αφανισμού στον συμπάσχοντα εδώ τριτοπρόσωπο αφηγητή, αλλά και τον θαλασσόδερτο γέρο-Σαντιάγο ενάντια στις φουρτούνες της ζωής. Σε ένα άλλο πέλαγος δυστυχίας βρέθηκε αντιμέτωπος χωρίς «ναυαγοσωστικά» μέσα στην πικρή μοναξιά του και «Ο δάσκαλος» του δευτέρου διηγήματος, που λευκοντυμένος απόδιωχνε τη μαυρίλα του θανάτου της ξεκληρισμένης του οικογένειας στη Γερμανική Κατοχή του πολέμου, της πείνας και της αρρώστιας. 

«Ο ανθρωπάκος», εν συνεχεία, ένας ενδοστρεφής λιγομίλητος δημοσιογράφος, θύμα φόρτου εργασίας και αποδοκιμασίας από τους ιθύνοντες  της εφημερίδες, προπάντων της αυταρχικής καταπίεσης από τη γεροντοκόρη αδελφή του αποδεικνύει σε μια δεξίωση ότι δεν είναι αυτός που φαίνεται, προϊδεάζοντας τη φυγή της απελευθέρωσής του από τα εργασιακά και οικογενειακά δεσμά της φυλακής του.

Το επόμενο διήγημα, που δανείζει τον τίτλο στη συλλογή, αποκαλύπτει τη σκληρότητα του οικογενειακού περίγυρου απέναντι στον ηλικιωμένο συγγενή, που χάνοντας την περιουσία του, από πηγή εκμετάλλευσης γίνεται στα «ανθρωπάκια» δυσβάστακτο βάρος. Η ακλόνητη πίστη στα απαράγραπτα ιδεώδη της αξιοκρατίας, της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας, όπως και στην δύναμη της αγάπης διαπνέει και τα υπόλοιπα τρία διηγήματα, επιστεγάζοντας τις διαστάσεις του μεγάλου-μικρού μας κόσμου…