Κώστας Πατίνιος: «Όσα ξέφυγαν της σιωπής», εκδόσεις Αρμίδα, 2021.
Η νέα ποιητική συλλογή του Κώστα Πατίνιου υπό τον πολύ εκφραστικό τίτλο «Όσα ξέφυγαν της σιωπής» διακρίνεται για τη μεγάλη θεματική της ευστοχία. Κι αυτό ισχύει τόσο για τα ποιήματα κοινωνικής ενσυναίσθησης όσο και για τα ποιήματα ποιητολογικής εντρύφησης. Γιατί σ’ αυτές τις δυο μεγάλες θεματικές υποκατηγορίες θα χώριζα ολόκληρο το βιβλίο.
Μιλώντας για την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Κ.Π. «Κουνήσου μούχλα», 2014, είχα χαρακτηρίσει «μόνιμη αρετή» την αποφθεγματικότητα και τη λακωνικότητα των στίχων του. (Φιλ. 18.5.2015) Σήμερα, με ιδιαίτερη ικανοποίηση, διαπιστώνω ότι ο ποιητής έχει αναγάγει τον αισθητικό μινιμαλισμό σε modus vivendi της ποιητικής του. Το ευσύνοπτο όλων των δημιουργημάτων του, η περιεκτική, συμπυκνωμένη λακωνικότητα των στίχων του είναι από τα κύρια γνωρίσματα αυτής της συλλογής. Ό,τι περιττεύει, ό,τι απλώς διακοσμεί ή μόνο φορτίζει συναισθηματικά, αφαιρείται: «Αφαίρεσα πρώτα το όνομα / το φύλο σου / μετά τη διεύθυνση, τον αριθμό / τον ταχυδρομικό κώδικα / έπειτα τη γλώσσα / Προχώρησα διαγράφοντας τον Χριστό / τον Μωάμεθ, τον Βούδα / και βρήκα τον Άνθρωπο / και βρήκα τον Θεό». (σελ. 23)
Παρόλο που απόλυτος θεματικός διαχωρισμός δεν μπορεί να ισχύσει, καθώς η ποιητική παρεισφρέει μέσα στην κοινωνιολογική υφή και αντιστρόφως, θα ήθελα να ξεκινήσω την περιδιάβαση μου στη νέα συλλογή του Κ.Π. από τα ποιήματα κοινωνικής ενσυναίσθησης. Ο ποιητής θεματοποιεί κοινωνικά φαινόμενα, νοοτροπίες, συμπεριφορές, στάσεις ζωής. Η μοναξιά, η θλίψη, η συντριβή, η ήττα, η αποτυχία, η φυγή, η παράδοση, τον απασχολούν συχνά, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα. Ο Κ.Π. μοιάζει να ελκύεται ιδιαιτέρως από τις άδοξες και αδιέξοδες συναισθηματικές καταστάσεις. Αντλεί συχνά τις εμπνεύσεις του από τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις της ζωής. Η μοναξιά φαίνεται ότι τον θέλγει ιδιαίτερα ως ποιητικό υποκείμενο. Αφού σε αυτήν αναφέρεται και στο «Βράδυ με φώτα σβηστά» (σελ. 26) αλλά και στο «Στις όχθες της μοναξιάς» (σελ.34) όπου ξεκάθαρα διαλογίζεται με ευθύτητα: «Στις όχθες της μοναξιάς / συνάντησα τη σιωπή / Από ευγένεια της είπα ‘καλησπέρα’ / από συνέπεια δεν απάντησε».
Οι κίβδηλες συμπροφορές των ανθρώπων, η επιτήδευση, η υπεροψία, η επιδειξιμανία, πασιφανώς ερεθίζουν τον ποιητή και ενεργοποιούν τη δηκτικότητα και καυστικότητά του. Πιο κάτω βλέπουμε πως τα αξιώματα αλλοιώνουν αρνητικά κάποιο, καθιστώντας τον απρόσιτο, απρόσωπο και μακρινό: «Φίλε διευθυντή / ο καφές με φίλους δεν γράφεται στην ατζέντα σου / δεν πίνεται με ‘ραντεβού’ / Ή ακόμη χειρότερα, / δεν σου τον υπενθυμίζει η γραμματέας σου / Φίλε διευθυντή / ο καφές δεν έχει πλέον γεύση / όταν τον πίνουμε μαζί». (σελ. 40)
Το ίδιο δηκτικά ο Κ.Π. ψέγει και την πόζα, τη …δηθενιά, όπως λέγεται πια στην καθομιλουμένη: «Το βιογραφικό του ποιητή / -που μόνος του συνέταξε- / ήταν τόσο πλούσιο / με βάθος και βάρος από σπουδές / επαίνους και βραβεία / Τόσο μα τόσο πλούσιο / που δεν χρειάστηκε / να γυρίσω σελίδα να διαβάσω / τιποτ’ άλλο απ’ την ποίησή του». (σελ. 48)
Όπως και στην προηγούμενη συλλογή του, ο Κ.Π. υμνολογεί τις μεγάλες του αγάπες που είναι το τρέξιμο και το γράψιμο, δηλαδή η φυσική και η πνευματική άσκηση, πάντοτε σε συνδυασμό: «Το τρέξιμο κι η ποίηση, να μου το θυμηθείτε / απ’ τον γιατρό του μέλλοντος θα συνταγογραφείται… / …Λίγα χιλιόμετρα μπορούν μαζί με ένα ποίημα / την ανθρωπότητα μπροστά να πάρουν ένα βήμα». (σελ. 60) Και μόλις τρία ποιήματα παρακάτω ολοκληρώνει με την κατακλείδα: «…το τρέξιμο / είναι ποίημα που γράφεται με τα πόδια». (σελ. 63)
Ώρα όμως να αναφερθούμε και στα ποιήματα ποιητικής που εμπεριέχει η συλλογή. Προσέξτε πόσο παραστατικά περιγράφει ο Κ.Π. την εσωτερική κοσμογονική διεργασία της πνευματικής δημιουργίας. Λακωνικά, ευσύνοπτα και ευφάνταστα. Εδώ επικεντρώνεται στα ψυχικά αποθέματα, τη ψυχική υποδομή που αποτελεί δεσπόζουσα προϋπόθεση δημιουργίας: « …το ποίημα ζητά λύτρα / Αν η ψυχή σου έχει λέξεις να του δώσει / θα σ’ ελευθερώσει…». (σελ. 16)
Στο πολύ ενδιαφέρον ποίημα «Τεκμήριο ανασφάλειας» (σελ. 27) ο Κ.Π. πραγματεύεται το πότε καταξιώνεται ένας δημιουργός και το δημιούργημά του. Μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου πανηγυρικά και επίσημα ή εντός του ίδιου του καλλιτέχνη, βαθιά και ταπεινά. Η επιλογή του ποιητή είναι βεβαίως προφανής.
Ο Κ.Π. συναναστρέφεται ομότεχνους του λογοτέχνες και αντλεί διδάγματα, εμπνεύσεις και ερεθίσματα από αυτή τη συνάφεια. Τα συναισθήματα και οι κρίσεις δεν έχουν πάντοτε θετικό πρόσημο. Υπάρχουν αρνητικά φαινόμενα αλλά και παραδείγματα προς αποφυγή, τα οποία ο Κ.Π. εντοπίζει και αναδεικνύει. Πχ να πως σκιαγραφείται πάλαι ποτέ σπουδαίος ποιητής που τώρα, άνευ έμπνευσης, παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας: «Πάνε χρόνια ένα σύννεφο λίγη βροχή να φέρει / Στρώματα σκόνης δημιούργησαν / μια σαρκοφάγο γύρω του / σιγά-σιγά έγινε μούμια / Ό,τι γλίτωσε ήταν ο αλήτης που τριγυρνούσε έξω / Η συνέλευση των νεκρών ποιητών τον απέβαλε από τα μητρώα της / με αιτιολογικό πως ανέπνεε ακόμα / Η συνέλευση των ζωντανών ποιητών δεν τον ενέκρινε / γιατί ποτέ δεν έζησε». (σελ. 36) Βέβαια, το ποίημα αυτό μπορεί να δεχθεί πολλές αναγνώσεις και να «ξεκλειδώσει» με διάφορα «κλειδιά”. Καθώς έμπνευση που εξέπνευσε, μπορεί και να μην …έπνευσε ποτέ!
Άφησα για το τέλος ένα ιδιωματικό ποίημα ποιητικής, που θεωρώ πως αποτελεί μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Είναι ποίημα αυτοαναφορικό, απόλυτα λιτό και ιδιαιτέρως σεμνό. Παν’ απ’ όλα, είναι ποίημα ευθύ, ειλικρινές και ανεπιτήδευτο. Με δυο λόγια, όπως όλη η ποίηση του Κ.Π.: «Άμα θκιαβάζω ποιητές / που’ χουν μυαλό ξιουράφι / λαλώ, ο νους μου εν’ αλαβρύς / ίσια μιας όρνιθας πελλής / που κάμνει ότι γράφει… / Μα εν κουρκάρω, μάχουμαι / τζι ας ορνιθοσκαλίζω / μπορεί με τσάππισμα πολλύ / πάνω στην πέτρα να φανεί / ποίημα που να το ρίζω». (σελ. 67)
g.frangos@cytanet.com.cy
Φιλελεύθερα, 1.8.2021