Τελείωνα το κείμενό μου την περασμένη Κυριακή με τη ρήση του Γκαίτε, ότι «οι συλλέκτες είναι άνθρωποι ευτυχισμένοι». Μετά από μια εβδομάδα εγκλεισμού ή κατ’ οίκον περιορισμού ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το, νομίζω ότι είστε όσο ποτέ έτοιμοι να συμφωνήσετε ότι και οι αναγνώστες είναι άνθρωποι ευτυχισμένοι… Ειδικά σε έκτακτες συνθήκες!
Πόσες φορές να μιλήσεις στο τηλέφωνο; Πόσες ταινίες να παρακολουθήσεις στο Netflix και πόσες ώρες να αποβλακωθείς βλέποντας τηλεόραση; Πόσα παιχνίδια να παίξεις στον υπολογιστή ή στο κινητό; Η μέρα, αμείλικτη, εξακολουθεί να έχει είκοσι τέσσερις ολόκληρες ώρες. Αφαιρώντας καθημερινά οκτώ για ύπνο χορταστικό, που ίσως είχαμε καιρό να κάνουμε, κι άλλες δύο για φαγητό, ειδήσεις και τηλεφωνήματα, πάλι μένουν δεκατέσσερις κενές ώρες. Άρα 196 (εκατόν ενενήντα έξι) στις δεκατέσσερις μέρες.
Όλοι έχουμε στο ράφι βιβλία που δεν διαβάσαμε. Γιατί δεν είχαμε τον χρόνο, γιατί είχαμε κάτι πιο ενδιαφέρον να διαβάσουμε, γιατί ξεκινώντας το δεν μας πολυάρεσε, γιατί… γιατί… Έχουμε επίσης βιβλία που τα διαβάσαμε παλιότερα ή μάλλον πολύ παλιότερα, σε άλλες ηλικίες, και έχουμε πολλούς και καλούς λόγους να υποψιαζόμαστε ότι μια σημερινή ανάγνωση θα μας αποκάλυπτε πράγματα που τότε δεν ήμασταν έτοιμοι να τα δούμε.
Αν, παρ’ όλ’ αυτά, ακόμα δεν πεισθήκατε ότι στη βιβλιοθήκη σας κρύβεται ήδη η αναγκαία συντροφιά γι’ αυτές τις δύσκολες ώρες, έχω να σας προτείνω έναν συγγραφέα και δύο βιβλία του, που είναι τέσσερα στην πραγματικότητα.
Και αρχίζω με τα βιβλία. Όχι μόνο γιατί αθροιστικά ξεπερνούν τις χίλιες πεντακόσιες σελίδες, αλλά και γιατί διαβάζονται απνευστί. Και, ακόμα, γιατί μας μεταφέρουν σε άλλους τόπους και σε αλλοτινούς δύσκολους καιρούς. Διαφορετικά δύσκολους, αλλά πάντως δύσκολους! Επιπλέον αύριο, 23 Μαρτίου, συμπληρώνονται δύο χρόνια από τη μέρα που ο συγγραφέας τους έφυγε από τη ζωή, μόλις στα 62 του χρόνια. Μιλάω, βέβαια, για τον Φίλιπ Κερ (Philip Kerr). Αυτόν τον γεννημένο στο Εδιμβούργο Σκωτσέζο, που επιλέγει να πλάσει έναν Γερμανό σαν κεντρικό ήρωα των περισσότερων μυθιστορημάτων του.
Το γιατί το εξηγεί ο ίδιος, μιλώντας στη Θεσσαλονίκη, δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, με τον δημοσιογράφο Αιμίλιο Χαρμπή, της εφημερίδας Καθημερινή: «Πάντα με ενδιέφερε η Γερμανία. Όταν μεγάλωνα στη Βρετανία, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο πόλεμος ήταν αυτό το καθοριστικό, συναρπαστικό πράγμα που μας είχε σημαδέψει. Αργότερα, βέβαια, έμαθα κι άλλα για τη Γερμανία: τη φιλοσοφία, την ιστορία, τον πολιτισμό… Για κάποιον λόγο έκανα ένα πέρασμα και από το γερμανικό δίκαιο ως φοιτητής. Έτσι, όταν ξεκίνησα να γράφω, επηρεασμένος και από το έργο του Τζον Λε Καρέ, μου φάνηκε πολύ ταιριαστό να χρησιμοποιήσω ως φόντο τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα που είναι τα πιο σημαντικά των τελευταίων πέντε αιώνων. Αν θέλεις, κάνουν την αφήγηση πιο οπερατική, προσθέτουν κάτι σαν ηχώ…».
Ο Φίλιπ Κερ, όσο κι αν κατατάσσεται στους διακεκριμένους συγγραφείς «νουάρ» της εποχής μας, ομολογούσε ότι αντιμετώπιζε τα έργα του ως ιστορικά-πολιτικά μυθιστορήματα με φιλοσοφικές προεκτάσεις. Και είχε απόλυτο δίκιο. Αν «νουάρ» σημαίνει μια έξοχη αποτύπωση ανθρώπων και ηθών σε συγκεκριμένο τόπο, χρόνο και συνθήκες, όλη η καλή λογοτεχνία, ειδικά του καιρού μας, είναι «νουάρ», κι ας πρέπει να υπάρχει πάντα ένας νεκρός, ώστε να τηρούνται τα προσχήματα.
Το πρώτο, λοιπόν, από τα βιβλία του που προτείνω είναι η «Τριλογία του Βερολίνου». Αρχίζει με τις Βιολέτες του Μάρτη, που εκτυλίσσονται στο Βερολίνο του 1936, λίγο πριν από την εκεί διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, και σηματοδοτούν τη «γέννηση» του ήρωα του Κερ, του Μπέρνι Γκούντερ, πρώην αστυνομικού και νυν ιδιωτικού ντετέκτιβ. Στο επόμενο, που έχει τον τίτλο Ο χλομός εγκληματίας, βρισκόμαστε δύο αργότερα, όταν πια η Γερμανία, υποταγμένη πλήρως στην εγκληματική μεγαλομανία του Χίτλερ, φαίνεται έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο. Στο τρίτο μέρος, το Γερμανικό ρέκβιεμ, είμαστε στα 1947. Η Γερμανία μετρά τις πληγές της, ανάμεσα σε μισογκρεμισμένα κτήρια και κατεστραμμένους δρόμους, με ανθρώπους-φαντάσματα του παλιού εαυτού τους, με ένα δελτίο τροφίμων στα χέρια.
Το δεύτερο βιβλίο του Κερ είναι ένα… μπόνους σε όσους εξ υμών ακυρώσατε ήδη τις πασχαλινές διακοπές σας στην Ελλάδα. Γιατί ακριβώς εκεί εκτυλίσσεται, αλλά κάμποσα χρόνια πριν. Συγκεκριμένα, το 1957. Στο σημείο αυτό είναι που είχα και τις περισσότερες ενστάσεις. Γιατί η Ελλάδα –και ακόμα περισσότερο η Αθήνα– την οποία περιγράφει ο Κερ δεν είναι η Ελλάδα και η Αθήνα του 1957, αλλά εκείνη του 1975-80. Όσοι τη γνωρίσατε τότε, μάλλον θα συμφωνήσετε… Ο τίτλος εύγλωττος: Φοβού τους Δαναούς. Αν και το πραγματικά φοβιστικό είναι η ανάγλυφη περιγραφή της αποναζιστικοποίησης που ποτέ δεν έγινε. Το φίδι δεν σκοτώθηκε και τα αυγά του, που εκκολάφθηκαν τα τελευταία χρόνια όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην περιφέρεια της Ευρώπης, έδωσαν τα μορφώματα που όλοι γνωρίζουμε. Ας αφήσουμε και πάλι τον ίδιο τον Κερ να μας πει πώς βλέπει αυτό το φαινόμενο:
«Οι άνθρωποι που ηγούνται αυτών των κομμάτων είναι οι συνηθισμένοι κρετίνοι. Εκείνοι που τα ψηφίζουν, αντιθέτως, είναι κανονικοί πολίτες, οι οποίοι θέλουν να πουν στους πολιτικούς τους “δεν μας ακούτε!”. Το πρόβλημα είναι πως πάρα πολύς κόσμος –και ειδικά οι νεότεροι– δεν έχει ιδέα από Ιστορία. Ακόμη χειρότερα, υπάρχουν και πολλοί πολιτικοί που δεν έχουν ιδέα ή επιλέγουν να την αγνοήσουν. […] Τελικά, το μάθημα της Ιστορίας είναι μάλλον πως κανένας δεν μαθαίνει το μάθημα της Ιστορίας…».
Και θα κλείσω με μια φράση από τον Πρόλογο του βιβλίου, που νομίζω ότι περιγράφει τον εφιάλτη που ζούμε: «Αυτό είναι το θέμα με την πραγματική ζωή: όλα μοιάζουν εντελώς απίθανα μέχρι τη στιγμή που αρχίζουν να συμβαίνουν».
ΥΓ: Πολυγραφότατος ο Κερ, και σε πολλούς ελληνικούς εκδοτικούς οίκους θα βρείτε βιβλία του. Αυτά που ανέφερα εδώ, όμως, κυκλοφορούν όλα από τις Εκδόσεις Κέδρος. Οι Βιολέτες του Μάρτη είναι σε μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη, ενώ η Ντενίζ Ρώντα υπογράφει τη μετάφραση των δύο άλλων βιβλίων της «Τριλογίας του Βερολίνου». Το Φοβού τους Δαναούς το μετέφρασε ο Γιώργος Μαραγκός.
Λεζάντα φωτογραφίας: Φίλιπ Κερ (1956, Εδιμβούργο- 2018, Λονδίνο), Το διάβασμα μόλις 20 σελίδων ημερησίως, λένε οι επιστήμονες, έχει θετική επίδραση στην ψυχολογία μας, ενώ βελτιώνει τόσο την (απαραίτητη στις μέρες μας) ενσυναίσθηση όσο και τη δημιουργικότητα και απομακρύνει τον κίνδυνο άνοιας. Τι άλλο θέλετε;
Φιλελεύθερα, 22/3/2020