Κώστας Λυμπουρής, «Βοτσαλωτή», διηγήματα, (εκδ. Το Ροδακιό, 2019). 
 
Η αναπαράσταση ή επανεφεύρεση της πραγματικότητας μέσω μιας ποικιλότροπης διηγηματικής μυθοπλασίας είτε η βιωματική αναδιήγηση πραγματικών ιστοριών από τις συγκινησιακές μνήμες ενός αλλοτινού ανθρώπινου κόσμου έως τις απάνθρωπες εμπειρίες της αλλοπρόσαλλης σημερινής ζωής, πλην παρήγορων εξαιρέσεων, συναρθρώνουν στην πολυμορφία της συνεκδοχικής τους αποτύπωσης τη «Βοτσαλωτή», τη νέα συλλογή διηγημάτων του Κώστα Λυμπουρή. Είναι η τέταρτη, συγκεκριμένα, ώριμη συγκομιδή της διηγηματογραφίας του, που επιβεβαιώνει ότι ως πολυγραφότατος του είδους και πολυμήχανος κατ’ εξοχήν «homo narrans» δεν ορέγεται μόνο του «ειδέναι» αλλά και του «μυθολογείν». Με τα σύνεργα της έντεχνης ρέουσας αφήγησης, όπως και της στακάτης ευθύβολης γραφής του, χωρίς ωστόσο τόνους διδακτισμού,  απομυθοποιεί συνάμα μέσα από τη διηγηματική του πλοκή τις πλεκτάνες των κακώς εχόντων, την αλλοτρίωση των ηθών και τις ψευδεπίγραφες καταστάσεις της εποχής μας.
 
Στις 129 σελίδες του βιβλίου, άρτιας αισθητικώς εκδοτικής επιμέλειας, τα 27 διηγήματα, τρία εκ των οποίων εναρμονίζονται με έγχρωμες φιλοτεχνήσεις φωτογραφίας και ζωγραφικών πινάκων, δεν διαφοροποιούνται μόνο ως προς την έκταση, από τα μεγαλύτερα μέχρι τα συντομότερα και τα βραχύτερα επιγραμματικά, αλλά και ως προς το ειδολογικό τους περιεχόμενο, που αναγράφεται ως επίτιτλη επεξήγηση. Αναλυτικότερα ο συγγραφέας διευκρινίζει στο οπισθόφυλλο: «Το επίθετο “βοτσαλωτή” παραπέμπει κυρίως σε ακτή. Γεμάτη βότσαλα, διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων. Έτσι μοιάζει και η συλλογή αυτή από μικρές, μεγάλες, και οπωσδήποτε ποικίλες διηγηματικές εκδοχές: διηγήματα μπονζάι, ένα φεϊσ-μπουκικό, ένα φώτο-διήγημα, ένα παραμύθι-διήγημα, δύο χρονογραφικά, ένα ταξιδιωτικό, ένα διήγημα με τη μορφή επιστολής και άλλα με την τυπική προσέγγιση στο είδος».
 
Τα διηγήματα, παρότι αυτοτελή στη συγκρότησή τους, στη σπονδυλωτή τους διάρθρωση θα μπορούσαν να ανασυνθέσουν την επεισοδιακή δομή ενός πολυπρόσωπου και πολυπρισματικού μυθιστορήματος με τους κύριους και τους δευτερεύοντες χαρακτήρες να χαρτογραφούν την ιστορία των καιρών τους. Μέσα από οιονεί κινηματογραφικά στιγμιότυπα και σκηνικά δρώμενα σε γνώριμους τόπους της Κύπρου και της Αθήνας διαδραματίζονται οι ζωντανοί ρόλοι διεισδυτικής ψυχογραφίας και πολυδιάστατης διαπροσωπικής έκφρασης στις επί μέρους διηγηματικές ιστορίες τριτοπρόσωπης η πρωτοπρόσωπης αφήγησης με αυτοαναφορικούς όρους οικείας καθημερινής προφορικότητας. Όλες σαν θραύσματα από βομβαρδισμένα ψυχικά τοπία, φορτισμένα συναισθήματα ανεπούλωτου τραύματος και ασθμαίνουσες εξουθενωμένες πνοές, που αναδίνουν τη μελαγχολία μιας αιωνόβιας θλίψης. Ζοφερές εικόνες και σκιώδεις αντικατοπτρισμοί, που εμπλέκουν τον αναγνώστη όχι ως παθητικό και ανυποψίαστο θεατή της μοιραίας έκβασης αληθινών συμβάντων είτε αληθοφανών γεγονότων, αλλά ως συμμέτοχο στην εξέλιξη μιας εύληπτης δραματικής μέθεξης.
Προανάκρουσμα της συλλογής το «multum in parvum»(«το πολύ στο μικρό») διήγημα «Η “φυγή”…» σε πέντε γραμμές σαν Ρέκβιεμ ελεγειακού πεντάγραμμου, που πυκνώνει το μήνυμα στην προέκταση του ευσύνοπτου νοήματος, ήτοι στην ανεπίστροφη φυγή του αγνοούμενου με την απώλεια και του τελευταίου δικού του, ύστερα από μισό σχεδόν αιώνα ατελέσφορης αναμονής και υπόρρητης ταυτοχρόνως αναφοράς στο άλυτο πρόβλημά μας. Σε ένα άλλο μπονζάι διήγημα «Η μάνα του αγνοούμενου», συμπεριλαμβάνει, κατά συνεκδοχή, τις Ελληνοκύπριες και τις Τουρκοκύπριες μάνες, που μοιράζονται αξεχώριστα τον ίδιο πόνο, όπως τα αλλοιωμένα  ανάμικτα οστά των παιδιών τους και αταυτοποίητα πλέον, αφού είχαν ριχθεί στο πηγάδι της διαχωριστικής γραμμής το 1963-1964 και το 1974. Εμβληματικές οι χρονολογίες για την τραγωδία του τόπου, όπως και το «ΦΡΕΑΡ» της προθήκης  στο Εργαστήριο Ταυτοποίησης Λειψάνων.
 
Στο επιστολικό του διήγημα «Γράμμα στον Κυριάκο Μάτση» ο συγγραφέας υπομιμνήσκοντάς μας σε εποχές λήθης το χρέος της ύψιστης τιμής και ιστορικής μνήμης στον απελευθερωτικό μας αγώνα του 1955-59 και στους ένδοξους ήρωές μας, συνομιλεί μέσα από εξομολογητικούς τόνους με τον Κυριάκο Μάτση σε μιαν επίσκεψή του στο Δίκωμο, όπου την προτομή του την έχει κατεδαφίσει ο κατακτητής. Αλλά και σε καίριο σημείο του κυκλικού κόμβου, κοντά στο Προεδρικό στη Λευκωσία, όπου δεσπόζει ο ανδριάντας του, διερωτάται πόσοι από τους βιαστικούς εποχούμενους, συμπεριλαμβανομένων και των αξιωματούχων του κράτους, στρέφουν το βλέμμα προς τον ήρωα. Απογοητευτικώς εύγλωττη η αποστροφή του προς τον Σταυραετό του Πενταδακτύλου: «Δεν αναφέρομαι στον ένα ή στον άλλο πολιτικό, Κυριάκο. Όμως, επειδή όλοι αυτοί όποτε τύχει σε λεν “σύμβολο αγώνα”, προβληματίζομαι. Είσαι σύμβολο για ποιον αγώνα; Δυστυχώς, τα σύμβολα δεν εμπνέουν σήμερα, Κυριάκο, τα σύμβολα απλώς χρησιμοποιούνται.».
 
Σε ένα άλλο εξίσου εκτεταμένο διήγημα, που επιγράφεται «Οι Κύκνοι»,  αποτυπώνεται ένας άλλος διάλογος, αυτή τη φορά διακαλλιτεχνικής ενορχήστρωσης. Η ηρωίδα, μια κορυφαία μπαλαρίνα, ενσαρκώνοντας μέσω της άψογης χορευτικής της τέχνης τον καλό άσπρο και τον κακό μαύρο κύκνο και συντονίζοντας τις κινήσεις της με τους θεϊκούς ήχους του βιολιού, που ερμηνεύει Τσαϊκόφσκι, μεταρσιώνεται προς τον Θεό-Δημιουργό. Πέρα από τους μεταφορικούς συμβολισμούς των σημαινομένων, πρόδηλη η παραπομπή στον εξάρχοντα βιολιστή Χάρη Χατζηγεωργίου, στον οποίο είναι αφιερωμένο το αριστοτεχνικό αυτό κείμενο.
 
Είναι όμως και η χειροτεχνία «του κεντήματος» με τους αρμονικούς συνδυασμούς των χρωμάτων και των σχημάτων του, που εμπνέει το τελευταίο διήγημα και δανείζει στο εξώφυλλο της συλλογής τη φαντασμαγορική πανδαισία της εικόνας του, έργο της Άντρης Χατζηγεωργίου-Λυμπουρή. Στη μαγεία της θέασής του καθηλώνεται ο πεινασμένος Ιάσονας, που ωσεί συνεπαραμένος από το άλλο «χρυσόμαλλο δέρας» της ανακάλυψής του, ξεχνά τον σκοπό της εισβολής του στο ξένο σπίτι, ανακαλώντας τη βιβλική ρήση «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».
 
Άκρως συναισθητικό ενδιαφέρον προκαλούν, μεταξύ άλλων, τα διηγήματα της προσφυγιάς, της δικής μας και της Συρίας. Σε «βοτσαλωτές» γειτονικές θάλασσες, όπου συνεχίζεται το δράμα του ανθρώπου…