Για να δει στην Αθήνα κάποιος μέσα στις γιορτές τη νέα ταινία του Jim Jarmusch έπρεπε να είχε προμηθευτεί εισιτήρια από το πρωί. Ουρές έξω από τα ταμεία, θεατές που έψαχναν απεγνωσμένα, όχι τη Σούζαν, αλλά την επόμενη προβολή στην πλησιέστερη αίθουσα.
Στον Μικρόκοσμο της Συγγρού ευχαριστήθηκα κατάνυξη, όλοι ήταν σιωπηλοί και συγκεντρωμένοι. Έμοιαζε σαν να βρισκόμουν μόνος μου με τις εικόνες στη μεγάλη οθόνη, και ταυτόχρονα να συμμετέχω σ’ ένα δημόσιο γεγονός, να είμαι μέρος μιας μικρής κοινωνίας. Πόσο μου έχει λείψει αυτό στη Λευκωσία, όπου στις πιο «παράξενες» ταινίες είμαστε συνήθως τρεις και ο κούκος (ακόμα και στα multiplex), και σχεδόν πάντα (ειδικά στα multiplex) κάποιοι ενοχλητικοί συμπεριφέρονται σαν να είναι στον καναπέ του σπιτιού τους.
Το Father Mother Sister Brother (Χρυσός Λέοντας Φεστιβάλ Βενετίας) προβάλλεται από 23/1 στον κινηματογράφο Πάνθεον (που για έναν χειμώνα ακόμα κάνει εξαιρετικές σινεφίλ επιλογές). Παρότι δεν θα έχει περάσει ένας μήνας από την πρώτη παρακολούθηση, σκοπεύω να ξαναπάω. Για ποιο λόγο; Δεν είναι ότι έχασα κάτι από την υπόθεση, ή ότι κυνηγώ το φάντασμα της πρώτης συγκίνησης που μου προκάλεσε.
Ο σκηνοθέτης έχει φτάσει σε βιολογική ηλικία και καλλιτεχνική ωριμότητα που δεν τον ενδιαφέρουν οι άμεσες και θεαματικές εντυπώσεις. Όχι πως αποτελούσαν ποτέ το πρώτιστο μέλημά του (έστω κι αν είναι υπεύθυνος για αλησμόνητες εικόνες και σκηνές ανθολογίας). Από τις πρώτες του ταινίες ήταν αριστοτέχνης της οργανικής κλιμάκωσης και των έκκεντρων περιπλανήσεων. Τώρα πια όμως, μετά από τέσσερις γεμάτες δεκαετίες δημιουργικής πορείας, δεν έχει ανάγκη να εκμαιεύσει αντιδράσεις, να αποδείξει τίποτα. Ούτε σε κανέναν άλλον (παραγωγούς, κοινό, κριτικούς, συναδέλφους), ούτε στον πιο σκληρό καθρέφτη (για τους αληθινούς καλλιτέχνες), τον εαυτό του.
Πώς γίνεται ηθοποιοί πρώτης κατηγορίας, εδώ ο Adam Driver και η Kate Blanchett, να πρωταγωνιστούν στις ταινίες του Jarmusch λαμβάνοντας μόνο ένα μικρό κλάσμα της συνηθισμένης τους αμοιβής; Ίσως επειδή η συμμετοχή τους είναι ένα είδος παράσημου, ένα αντίβαρο σε κάποιες εμπορικές επιλογές τους. Ή μπορεί επειδή θέλουν να περάσουν χρόνο μαζί με τρομακτικά και υπέροχα ροκ ινδάλματα που «τυχαίνει» να είναι σταθεροί φίλοι και συνεργάτες του σκηνοθέτη, όπως εδώ ο Tom Waits, ή παλαιότερα ο Iggy Pop, ο Joe Strummer των Clash, οι White Stripes.
Ας μην αποκλείσουμε, όμως, την περίπτωση να μοιράζονται μαζί με το κοινό την επιθυμία να κατοικήσουν στον φιλμικό κόσμο που φτιάχνουν οι ταινίες του Jarmusch. Δεν πρόκειται απλώς για μια «επίσκεψη»— όσοι προσέρχονται σε αυτόν τον κόσμο και αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα του, νιώθουν ότι είναι δικός τους, ότι έχουν συμβάλει ιστορικά στη δημιουργία του. Συνεπώς, θα ήμουν διστακτικός να προτείνω σε κάποιον που δεν έχει δει άλλη ταινία του σκηνοθέτη, να ξεκινήσει από το Father Mother Sister Brother. Ιδανική εισαγωγή στο έργο του παραμένει για μένα το αξεπέραστο Down by law (το Ghost Dog είναι σίγουρα πιο βατό θεματολογικά και αφηγηματικά, αλλά λιγότερο αντιπροσωπευτικό).
Πώς θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τη φιλοσοφία του Jarmusch, και πώς αυτή αναπτύσσεται στο συγκεκριμένο φιλμ; Από τη μια μεριά, ο Νεοϋορκέζος πνευματικός φίλος και δάσκαλος όλα αυτά τα χρόνια (I scream, you scream, we all scream for ice-cream, λέγαμε συνθηματικά με ομοιοπαθείς στο διάλειμμα στην πρώτη λυκείου και οι συμμαθητές μάς έπαιρναν για βλαμμένους ή εξωγήινους) δεν είναι ιδεολόγος, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι κάνει ευθέως πολιτικό σινεμά. Από την άλλη, δεν πρόκειται για σκηνοθέτη που υποτάσσεται στο υλικό που έχει στη διάθεσή του κάθε φορά, το ύφος του είναι διακριτό σε κάθε πλάνο και διάλογο.
Το Father Mother Sister Brother είναι ένα ακόμα χτύπημα στο ίδιο σώμα. Είναι μέρος μιας συνέχειας, με τη διαφορά ότι η προσέγγιση του φυσικού τέλους έχει μειώσει στο ελάχιστο την απαίτηση για αναπαράσταση δράματος.
Τον ακριβέστερο έπαινο τον είπε άθελά της η μια μας κόρη στην αρνητική κριτική της: «Δεν πάμε κινηματογράφο για να δούμε τη ζωή όπως είναι». Πάμε και γι’ αυτό, όμως. Ξεκινούμε να αποδεχόμαστε ότι δεν υπάρχει διαφυγή. Ούτε από το παρελθόν, ούτε προς το μέλλον. Τουλάχιστον για όσο κρατά η προβολή.
Ελεύθερα, 25.1.2026