Την Κυριακή που μας πέρασε, η ΠΟΕΔ, η συνδικαλιστική οργάνωση των Ελληνοκύπριων δασκάλων πραγματοποίησε για τα μέλη της δωρεάν προβολή της ταινίας Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή — έγινε, μαθαίνω, το αδιαχώρητο στο σινεμά.
Η οργάνωση δηλαδή που αντιπροσωπεύει τους επαγγελματίες που είναι επιφορτισμένοι με την εκπαίδευση των παιδιών στην ιστορική σκέψη προτείνει και χρηματοδοτεί την παρακολούθηση ενός έργου που όλοι οι Έλληνες ιστορικοί που αρθρογράφησαν σχετικά έχουν χαρακτηρίσει ως πλήρως ανιστορικό.
Δεν θα ανοίξω τη συζήτηση ούτε για το περιεχόμενο της ταινίας ούτε για το ζήτημα των ελευθεριών που δικαιούται να πάρει ένας δημιουργός σε μια ιστορική μυθοπλασία. Η συζήτηση αυτή έγινε όταν κυκλοφόρησε η ταινία και γράφτηκαν δεκάδες άρθρα σε έγκριτα μέσα (και σε αυτή την εφημερίδα). Προς υποστήριξη της θέσης μου, αντιγράφω μόνο το συμπέρασμα του καθηγητή ΕΚΠΑ Αριστείδη Ν. Χατζή, από το άρθρο του με τίτλο «Όταν η αγιογραφία υποκαθιστά την ιστορία» στην ελληνική Καθημερινή:
«Αν δεις αυτήν την ταινία και μείνεις ευχαριστημένος, πιστεύοντας ότι έμαθες ποιος ήταν ο Καποδίστριας, θα πρέπει να μην έχεις ανοίξει ένα σοβαρό ιστορικό βιβλίο στη ζωή σου. Θα πρέπει να έχεις μάθει γι’ αυτόν από την κακής ποιότητας δημαγωγική ιστορία και από αναρτήσεις σε κοινωνικά δίκτυα. Όσο σκληρό κι αν ακουστεί θα πρέπει να το ομολογήσουμε: η πρόσληψη αυτής της ταινίας αντανακλά την κατάντια της παιδείας στη χώρα μας».
Γίνεται 800.000 θεατές στην Ελλάδα, και πολλοί στην Κύπρο (όπου δεν υπάρχει κεντρικός φορέας που να συγκεντρώνει και να δημοσιεύει στοιχεία εισιτηρίων) να κάνουν λάθος; Πέραν του ότι το σχήμα «αλλοτριωμένες ελίτ εναντίον αυθεντικού λαού» έχει κακόφημες συγγένειες (όταν ακούω τη λέξη κουλτούρα, απασφαλίζω το πιστόλι μου, έγραφε ο ναζιστής συγγραφέας Χανς Γιοστ το 1933), δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Η ταινία Καποδίστριας και η πρόσληψή της, αντί να σηματοδοτεί μια «αντιστασιακή ροπή» από τα «κάτω προς τα πάνω» (όπως δηλαδή ερμηνεύτηκε από τον σκηνοθέτη στην προώθησή της), είχε την αμέριστη στήριξη και αποδοχή της ελληνικής πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, στα πρόσωπα του πρωθυπουργού και του αρχιεπισκόπου.
Με κάποια προσπάθεια θα μπορούσα να κατανοήσω, όχι όμως και να δικαιολογήσω, ειδικά τον πρώτο. Πιστεύω ότι είναι πολύ πιθανό, λόγω της γενικότερης παιδείας του, ο κ. Μητσοτάκης να είχε «βαρέσει μπιέλα» όσο παρακολουθούσε την ταινία, σε διάσταση με τις ενθουσιώδεις δηλώσεις του μετά. Επειδή όμως αυτό είναι απλώς μια υπόθεση, και στην πολιτική δεν μας ενδιαφέρει η ψυχολογία των πολιτικών, αλλά οι δημόσιες δηλώσεις και οι πράξεις τους, κρίνω ιδιαίτερα αρνητικά την επιλογή του.
Σε κάθε περίπτωση, η ικανότητα ενός σύγχρονου πολιτικού να υποκρίνεται ασύστολα και ανερυθρίαστα συνιστά, δυστυχώς, απαραίτητη επαγγελματική δεξιότητα. Από την άλλη μεριά (ή από τη δίπλα), ο Ιερώνυμος φροντίζει τα συμφέροντα του θεσμού του οποίου ηγείται. Η ταινία, τοποθετώντας την Παναγία στον ρόλο του άμεσα παρεμβατικού προστάτη του ελληνισμού, έχει πιο αποτελεσματική επίδραση από όλα τα κυριακάτικα κηρύγματα και κατηχητικά.
Η οργάνωση των δασκάλων όμως; Πώς εξηγείται η δική της επιλογή; Υπάρχουν δύο τινά, με αμφότερα να οδηγούν σε ενδιαφέρουσες πιστεύω ατραπούς πάνω στις σχέσεις παιδαγωγικής και αισθητικής. Στην πρώτη περίπτωση ας εξετάσουμε την προβολή του Καποδίστρια από την ΠΟΕΔ at face value, ας υποθέσουμε δηλαδή ότι οι υπεύθυνοι που πήραν την απόφαση, και οι εκπαιδευτικοί που πήγαν στην προβολή, πιστεύουν ακράδαντα στην καλλιτεχνική αξία, την ιστορική αλήθεια και την πολιτισμική σημασία της ταινίας.
Αν κάτι τέτοιο ισχύει, τότε εξυπακούεται ότι, σε διάσταση με το εγχειρίδιο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού (που έχει πολλά παιδαγωγικά προβλήματα, αλλά έχει στη συγγραφική ομάδα επιστήμονες ιστορικούς που βασίζονται σε πρωτογενείς και διασταυρωμένες πηγές), οι εν λόγω εκπαιδευτικοί πιστεύουν π.χ. ότι ο Καποδίστριας όρκισε τους Φιλικούς, συνέγραψε το Σύνταγμα της Ελβετίας και ήταν ένας δημοκράτης που οργάνωσε την ελληνική επανάσταση.
Επίσης, ότι υιοθετούν συνωμοσιολογικές απόψεις όπως ότι οι Άγγλοι είχαν εμπλακεί στη δολοφονία του, αντιφιλελεύθερες, όπως ότι ο Μαυροκορδάτος —εκσυγχρονιστής διπλωμάτης και πολιτικός, με σημαντικότατη συμβολή στην επιτυχία του αγώνα— ήταν ξενόδουλος και υπονομευτής, και ρωσόφιλες, καθώς η Ρωσία παρουσιάζεται ως φάρος ηθικής και η μόνη ανιδιοτελής πολιτική υποστηρίκτρια της Ελλάδας.
Τέλος, ότι ως φονταμενταλιστές της Ορθοδοξίας πιστεύουν πως οι Έλληνες είναι ο περιούσιος λαός του χριστιανικού Θεού — μια εθνοφυλετική θέση που η ίδια η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης το 1872 καταδίκασε ως αιρετική.
Στη δεύτερη περίπτωση, ούτε η οργάνωση των δασκάλων ούτε η συντριπτική πλειονότητα όσων πήγαν στην προβολή ασπάζονται ουσιαστικά τα ιστορικά και πολιτικά μηνύματα της ταινίας. Την παρακολουθούν με ανάλογο τρόπο με εκείνον που φέρνουν εις πέρας τις εθνικές σχολικές γιορτές στα σχολεία. Δίχως δηλαδή να πιστεύουν στο περιεχόμενο αυτό καθαυτό, αλλά στην επιτελεστική αξία της επανάληψής του.
Η αδιαφορία απέναντι στην εγκυρότητα της γνώσης είναι από μόνη της προβληματική, όταν αφορά επαγγελματίες που είναι επιφορτισμένοι με τη διδασκαλία βασικών αρχών της ιστορικής σκέψης ως επιστήμης. Το πράγμα όμως γίνεται χειρότερο αν αναλογιστούμε ότι αυτή η συμμόρφωση προς το λεγόμενο «κρυφό αναλυτικό σχολικό πρόγραμμα» δεν γίνεται από ιδεολογία (όπως στην πρώτη περίπτωση), αλλά από καθαρή δύναμη της συνήθειας.
Προσωπικά, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι εμπλεκόμενοι δεν εμφορούνται από κάποια ριζοσπαστική αντιδραστικότητα αλλά, όπως περιέγραψα ακροθιγώς στη δεύτερη περίπτωση, από καθαρό κομφορμισμό. Γιατί όμως το κάνω μέγα θέμα; Το πιθανότερο είναι η απόφαση για την προβολή να λήφθηκε στο πόδι, να μην ακούστηκε διαφωνία και κανείς να μην έκανε δεύτερες σκέψεις στη συνέχεια. Μα τις αντιλήψεις, ακριβώς, που βρίσκονται πίσω από ένα τέτοιο σκηνικό είναι που λογαριάζω ως τρομακτικές!
Για να ξεκαθαρίσω τη στόχευση αυτού του κειμένου: το γενικό θέμα που με ενδιαφέρει είναι η υποτίμηση της Αισθητικής από την πολιτική Δεξιά. Η αφορμή με την ΠΟΕΔ ήταν ιδανική, όχι γιατί η παράταξη που πρόσκειται στον ΔΗΣΥ έχει (μικρή) πλειοψηφία, αλλά γιατί στους Ελληνοκύπριους εκπαιδευτικούς το κυρίαρχο πνεύμα είναι, για ιστορικοκοινωνικούς λόγους, δεξιό (ενώ, αντιστοίχως, στην τουρκοκυπριακή πλευρά είναι αριστερό). Ειδικά στο δημοτικό, ακόμα και οι ακελικοί δάσκαλοι κάνουν τις εθνικές γιορτές με δεξιό τρόπο.
Η υποτίμηση της Αισθητικής από την κυπριακή Δεξιά (μακαριακή και αντιμακαριακή) εδράζεται στην αντιμετώπιση της Τέχνης ως υπηρετικής του εθνικού αφηγήματος. Ο ίδιος ρόλος, δηλαδή, που έχει ανατεθεί (σε φαντασιακό πολιτικό επίπεδο) και στην Εκπαίδευση.
Η αντιηρωική εποχή μας προσδίδει αναγκαστικά μια γιόλο και ταυτόχρονα δημοσιοϋπαλληλίστικη διάσταση σε αυτόν τον αναχρονισμό, με συνέπεια να του στερεί την οποιαδήποτε βαρύτητα — δίχως αυτό να τον κάνει λιγότερο ισχυρό ή λιγότερο εκνευριστικό.
Ελεύθερα, 29.03.2026