Τετάρτη της Διακαινησίμου Εβδομάδος και το Ζάλογγο άνοιξε εκ νέου τις πύλες του μετά τη σύντομη ανάπαυλα της Λαμπρής. Τρεις μέρες όλες κι όλες η παύση: Κυριακή του Πάσχα, Δευτέρα και Τρίτη. Η Λίτσα άνοιξε αργούτσικα, γύρω στις δέκα και μισή.
Την περίμεναν ήδη τρεις συνταξιούχοι που αδημονούσαν να μπουν στο σωματείο και να γλιστρήσουν σε μια δική τους εθνοσωτήρια πραγματικότητα. Η μέρα δεν είχε ενδιαφέρον αφ’ εαυτής, αποκτούσε ωστόσο υπόσταση ως η επαύριον των γενεθλίων του ελαμίτη Σωτήρη Θράσου. Παρότι άθρησκος, καθότι έπιπλο, προσευχήθηκα για δεύτερη φορά στη ζωή μου.
Προς τον Αναστάντα Χριστό αυτή τη φορά. Να κάνει το θαύμα του και να μάθω τι είχε γίνει την προηγούμενη όταν η Λίτσα και ο Θράσου βγήκαν για φαγητό και ποτό. Αποφεύχθηκε η οικία της καντινιέρισσας για να μην επαναληφθεί το προηγούμενο φιάσκο με τον Δημήτρη που θα χώριζε δήθεν απ’ τη μέγαιρα.
Ευτυχώς γύρω στο μεσημέρι πήρε τηλέφωνο η κομμώτρια Γιώτα και έμαθα τα καθέκαστα. Λοιπόν άκου τώρα κι εσύ, το ζευγάρι πήγε στο ιταλικό La bella notte κι έπειτα για ποτό στο Void. Η Λίτσα είχε φορέσει ένα γκρίζο φόρεμα και μια φλοράλ πασμίνα, απλά πράγματα, καθημερινά.
Το δώρο της αριστερής γυναικός προς τον φασίστα ήταν ένα μαύρο πουκάμισο, «οι ελαμίτες αρέσκονται στο μαύρο, Γιώτα μου, σαν κοράκια, σαν χήρες, δεν ξέρω, κάτι τους κάνει εν πάση περιπτώσει» και ένα εικόνισμα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος -ένεκα Σωτήρης- από το gift shop της Αρχιεπισκοπής.
Γενικώς πέρασαν καλά, η συζήτηση ήταν άνετη και είχε σταθερή ροή. Η καντινιέρισσα ανέφερε ότι μπορεί ο άλλος να είναι ακροδεξιός αλλά έχει καλά στοιχεία όπως τη φιλαναγνωσία. Εδώ η Γιώτα πρέπει να ζήτησε διευκρίνιση γιατί της ανάφερε ότι «αγαπά να διαβάζει βιβλία ιστορίας και εγχειρίδια για βιολογικές καλλιέργειες».
Επίσης, ταΐζει τις γάτες στη γειτονιά του. Αυτό χτύπησε την ευαίσθητη χορδή της κομμώτριας που είναι ακλόνητα φιλόζωη. Νομίζω δεν το είπε τυχαία η Λίτσα. Στο σημείο αυτό η άλλη, η πολύπειρη στα ερωτικά, φαίνεται πως ρώτησε αν είχε γίνει κάτι πιο… πικάντικο να το πω.
Η Λίτσα σιώπησε και η κομμώτρια πρέπει να το έθεσε με πιο ευθύ τρόπο, «όχι δεν σήκωσα κανένα χειρόφρενο, Γιώτα, και δεν σου επιτρέπω!» Η παλαίμαχος ωστόσο είχε πέσει εν μέρει μέσα γιατί όπως της έλεγε τώρα η Λίτσα κάτι συνέβη μέσα στο αυτοκίνητο. Κάτι σαν προεόρτιο και σαν πρόβα τζενεράλε. Και εξηγούμαι.
Όταν είχε παρκάρει αυτός έξω απ’ το σπίτι της, περασμένα μεσάνυχτα, η Λίτσα δεν του είπε να περάσει μέσα. Του είπε κλασικά και αναμενόμενα «καληνύχτα». Ο ελαμίτης, λοιπόν, έκανε την κίνηση να τη φιλήσει στο μάγουλο, αθώα πράγματα και μην πάει ο νους σου στο πονηρό.
Έλα όμως που παρεξέκλινε ο ασπασμός και πήγε στα χείλη κι έλα που παρεισέφρησε και η γλώσσα και έγινε το Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου… Και έβαλε αυτός με έξαψη το αριστερό του χέρι μέσα στο γκρίζο φόρεμα και είπε η Λίτσα πως ναι, υπάρχει Θεός. Υπάρχει ολούθε σε μικρές, διάσπαρτες δόσεις. Ενίοτε δε εκδηλώνει και μια ασθενή φιλανθρωπία.
Αυτό ήταν όλο κι όλο το ερωτικό επεισόδιο. Η καντινιέρισσα κατέβηκε εσπευσμένα. Διότι μπορεί να είναι αριστερή, αλλά είναι και συντηρητική η έρμη. Έφυγε νιώθοντας μια κόπωση και μια αίσθηση καθυστερημένης δικαιοσύνης. Το τηλεφώνημα με τη Γιώτα κάπου εδώ ολοκληρώθηκε.
Η Λίτσα έκανε μια μακρά βύθιση. Τι σκεφτόταν ούτε που ξέρω. Μπορεί και τίποτα. Την επανέφερε στην πραγματικότητα ένας ψιλόλιγνος νεαρός, γύρω στα τριάντα πέντε, που ήταν ντυμένος σαν ζογκλέρ. Αρχικά νόμισε ότι τον είχε φανταστεί παρασυρόμενη απ’ την ένταση της προηγούμενης συζήτησης.
«Συγγνώμη, κύριε, ποιος είστε;» τον ρώτησε καταφεύγοντας στη γνωστή Στανίσειο ρήση. Απάντησε μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο ότι λέγεται Ευγένιος Ποντικός και ότι ασχολείται με το τσίρκο του δρόμου, «είσαι στο σωστό μέρος» σχολίασε εκείνη.
Ο Ποντικός εξήγησε ότι είναι υποψήφιος βουλευτής Λευκωσίας -ανεξάρτητος- και πως, αν του επέτρεπε, θα ήθελε να αφήσει τις κάρτες του στο σωματείο. «Ευχαρίστως, παιδί μου», το «άδικος κόπος» το υπονόησε με το βλέμμα.
Εκείνος της χαμογέλασε με τόση καλοσύνη που η Λίτσα έμεινε να χάσκει σαν μαγεμένη. Άφησε λοιπόν τελετουργικά τις κάρτες του στο ράφι και έκανε να φύγει. «Περίμενε, θα πιείς κάτι», ήταν αποφασισμένη να του φτιάξει ένα πράσινο τσάι.
Καταπράσινο για να ακριβολογώ· όπως το παντελόνι του που ήταν ανάμεσα μαρούλι-σπανάκι.
Ελεύθερα, 11.04.2026