Ο Θουκυδίδης απέδωσε τόσο αριστοτεχνικά την σύγκρουση μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων καθιστώντας τον εσαεί κτήμα της ανθρώπινης νόησης και αιώνιο δίδαγμα γεωπολιτικής σκέψης: «Ο δυνατός προχωρεί μέχρι εκεί που του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί μέχρι εκεί που του επιβάλλει η αδυναμία του». Ένα γεγονός της αρχαιότητας, μετατρέπεται σε διαχρονική σχέση ισχύος και δικαίου στις διεθνείς σχέσεις. Τόσο διαχρονικά επίκαιρο που θα μπορούσε να γραφτεί για την εποχή μας, με πρώτο δίδαγμα ότι το δίκαιο χωρίς ισχύ δεν αρκεί στις διεθνείς σχέσεις.

Άλλο τόσο σημαντικό μάθημα αφήνει ο Θουκυδίδης ως προειδοποίηση: Η ισχύς χωρίς ηθικό μέτρο οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Εξού, καμία δύναμη δεν είναι αιώνια όταν αποκόπτεται από το μέτρο. Η ύβρις της Αθήνας, χρησιμοποιώντας την ισχύ αποστασιοποιημένη από το δίκαιο, μετατρέπεται σε αλαζονεία που οδηγεί στην πτώση. Στον διαχρονικό κόσμο του ορθολογισμού, το δίκαιο δεν σώζει τους αδύναμους αλλά διδάσκει: ο αδύναμος δεν οφείλει να υποταγεί αλλά να δράσει για αύξηση ισχύος εσωτερικά και συλλογικά μέσω συμμαχιών. Η βάσιμη ελπίδα δεν στηρίζεται στην ευχή, ούτε στην πατριδοκάπηλη ρητορική αλλά στην ορθολογική στρατηγική.

Είναι πολλά που τεκμηριώνουν τον σημερινό τουρκικό επεκτατισμό με κλιμακούμενες διεκδικήσεις και πρόσφατα με την νεο-οθωμανική θεσμική εισβολή στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο μέσω της «Γαλάζιας Φαντασίωσης», η οποία διδάσκεται στα σχολεία εντός Τουρκίας, διαμορφώνοντας γενιές που θεωρούν ότι ως Ελληνισμός είμαστε παρείσακτοι στην περιοχή μας. Εκείνο που ορθολογικά  απέτρεψε ως σήμερα την τουρκική επέλαση είναι η ετοιμότητα κι αποφασιστικότητα των εθνικών ενόπλων δυνάμεων. Η Τουρκία είχε αφορμές και θα έφτιαχνε άλλες τόσες αν εξασφάλιζε την βεβαιότητα στρατιωτικής επικράτησης. Την αποτρέπουν οι απροσδιόριστες συνέπειες που θα ακολουθήσουν εντός Τουρκίας από μια στρατιωτική αποτυχία, αλλά καραδοκεί να προχωρήσει όταν θα είμαστε ανίσχυροι.  

Απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, διαδοχικές Κυβερνήσεις στην Αθήνα ακολούθησαν την πολιτική του κατευνασμού. Για τα τελευταία τρία χρόνια υπήρξε τόσο κατευναστική με καθομολογούμενη Κυβερνητική απόφαση «για επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με την Τουρκία». Έτσι είχαμε:

α) Διακήρυξη Φιλίας Ελλάδας-Τουρκίας.

β) Μετάθεση των τουρκικών παρανομιών από το πλαίσιο ΕΕ-Τουρκία στο πλαίσιο Ελλάδας-Τουρκίας.

γ) Κι η Αθήνα έγινε προωθητής της Τουρκίας στον ΟΗΕ. 

Δεν θα ασχοληθούμε με το παρελθόν και τι έπρεπε να γίνει αλλά θα μείνουμε στο παρόν. Η υφιστάμενη στάση δεν αντιμετωπίζει τον τουρκικό επεκτατισμό, αλλά τον τροφοδοτεί. Εγκαταλείποντας την Κύπρο μετά το 1974 και υποχωρώντας έκτοτε σε καθοριστικές φάσεις, έχουμε σήμερα την Τουρκία να μας θεωρεί παρείσακτους και αναμένει την επόμενη υποχώρησή μας.  

Ο ορθολογισμός είναι ο μεγάλος ηττημένος από την στάση κατευνασμού κι ειδικά τα τελευταία χρόνια με πρωτόγνωρα ευνοϊκές συνθήκες για τα εθνικά δίκαια. Η φράση «πάταξον μέν, άκουσον δέ» (χτύπα με, αλλά άκουσέ με) ειπώθηκε από τον ιστορικά δικαιωμένο Θεμιστοκλή προ της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα (480 π.Χ.) με τον περσικό στόλο. Έκτοτε, δηλώνει τη σημασία της υπομονής να ακούσεις κάποιον πριν αντιδράσεις δεδομένου ότι οι στιγμές αφορούν ένα καθοριστικό διακύβευμα: την μοίρα του Ελληνισμού. 

Καταληκτικά, επιμένουμε σθεναρά και νηφάλια ότι η στάση της Αθήνας οδηγεί τον Ελληνισμό σε συρρίκνωση εν μέσω πρωτόγνωρα ευνοϊκών συνθηκών. 

*Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ-S&D