Ήταν κεκλεισμένων των θυρών η δικαστική διαδικασία, αλλά η καταδικαστική απόφαση ανακοινώθηκε με ανοικτές τις πόρτες στη δημόσια σφαίρα. Αναφέρομαι στην προχθεσινή απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείο Λεμεσού (28 Μαΐου) που έκρινε ένοχο ψυχολόγο ψυχοθεραπευτή για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης θεραπευόμενης του. Η καταδικαστική απόφαση στηρίχθηκε στις καταθέσεις μαρτύρων, αλλά και της ίδιας της παραπονούμενης που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μαθήτρια λυκείου. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο κατηγορούμενος καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που είχε έναντι της παραπονούμενης, προχώρησε σε σεξουαλική πράξη μαζί της. Η ποινή του αναμένεται να ορισθεί και ανακοινωθεί το επόμενο διάστημα.
Είναι προφανές, ότι αυτή η υπόθεση ανατρέπει την ιδιωτικότητα του ψυχοθεραπευτικού χώρου και μεταφέρει στη δημόσια συζήτηση κρίσιμα ζητήματα στη σχέση ψυχοθεραπευτή και θεραπευόμενου, όπως είναι το απαιτούμενο επίπεδο εκπαίδευσης των επαγγελματιών, η λειτουργική δομή, η δεοντολογία, η διαδικασία παραπόνων και η συνέχεια της επαγγελματικής ανάπτυξης του ψυχοθεραπευτή.
Όπως μου είχε πει σε συνέντευξη ο ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής μ. Σώτος Μιχαήλ, ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Ψυχοθεραπευτών «η δεοντολογία της ψυχοθεραπείας παραβιάζεται όταν υπάρχει κακοποίηση, παρενόχληση και κατάχρηση της θέσης του ψυχοθεραπευτή. Δυστυχώς, υπάρχουν και περιπτώσεις που επαγγελματίες παραβίασαν τους κανόνες δεοντολογίας, όπως η σύναψη σεξουαλικών σχέσεων με θεραπευόμενους. Δεν υπάρχει περίπτωση που ο ψυχοθεραπευτής να έχει σεξουαλική σχέση με πελάτη και να μην είναι αντιδεοντολογική. Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Έχει καθήκον ο ψυχοθεραπευτής να κρατήσει τη σχέση καθαρά επαγγελματική».
Τον ρώτησα πώς πρέπει να αντιμετωπίσει ο ψυχοθεραπευτής, ενδεχόμενη σεξουαλική πρόκληση του θεραπευόμενου; Μου απάντησε ότι «το άτομο που απευθύνεται στον ψυχοθεραπευτή, επικοινωνεί τον εσωτερικό του κόσμο μέσω συμπεριφοράς που αναπτύχθηκε με βάση τα τραύματα ή τον ψυχικό πόνο. Η επιθυμία να συνδεθεί ερωτικά με τον ψυχοθεραπευτή», πρόσθεσε, «όπως και οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά, είναι μία επικοινωνία προς τον ψυχοθεραπευτή, μιας επώδυνης ψυχικής κατάστασης και αναμένεται από τον ψυχοθεραπευτή να την αντιμετωπίσει με τέτοιο τρόπο. Αυτό απαιτεί ακεραιότητα από τον θεραπευτή και πολύ χρόνο».
Μου είπε και τα εξής ο Σώτος Μιχαήλ: «Υπάρχουν συνεχώς πολλές μπανανόφλουδες μέσα στο session και σε κάθε περίπτωση ο ψυχοθεραπευτής επιδιώκει να εξυπηρετεί τις ανάγκες του συνανθρώπου του και όχι τις δικές του. Ο έρωτας στην ψυχοθεραπεία δεν είναι παραβατικός. Παραβατικός ή θεραπευτικός, είναι ο τρόπος που θα τον χειριστεί ο ψυχοθεραπευτής. Ο έρωτας του ασθενούς επιζητεί την ασφάλεια της αποδοχής του και την εμπιστοσύνη ότι δεν θα υπάρχει σωματική υλοποίηση της επιθυμίας του, από τον ψυχοθεραπευτή του. Η σεξουαλική υλοποίησή του, είναι αντιθεραπευτική και παραβατική».