Ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν την Παρασκευή οι τιμές του πετρελαίου, με το Brent και το WTI να καταγράφουν τον χειρότερο Μάιο από το 2020, καθώς οι αγορές προεξοφλούν πιθανή αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν.

Τα συμβόλαια Brent παράδοσης Ιουλίου, τα οποία έληξαν την Παρασκευή, έκλεισαν στα 92,05 δολάρια το βαρέλι, με πτώση 1,66 δολαρίων ή 1,8%. Το αμερικανικό αργό WTI υποχώρησε κατά 1,54 δολάρια ή 1,7%, στα 87,36 δολάρια το βαρέλι.

Η αγορά εμφανίζεται να αποτιμά ως ιδιαίτερα πιθανή μια συμφωνία εκεχειρίας, η οποία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Ο Τζον Κίλνταφ, εταίρος της Again Capital, ανέφερε ότι οι επενδυτές φαίνεται να θεωρούν πως η εκεχειρία είναι σχεδόν δεδομένη και ότι το ζήτημα έχει ουσιαστικά κλείσει.

Το Brent έχασε περίπου 11% σε εβδομαδιαία βάση, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων επτά εβδομάδων, ενώ το WTI σημείωσε απώλειες άνω του 9%, στη μεγαλύτερη εβδομαδιαία υποχώρησή του εδώ και έξι εβδομάδες. Και τα δύο βασικά συμβόλαια αναφοράς κινήθηκαν στα χαμηλότερα επίπεδα από τα μέσα Απριλίου.

Ο αναλυτής της UBS, Τζιοβάνι Σταούνοβο, σημείωσε ότι, αν και οι ροές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμένουν περιορισμένες και τα αποθέματα συνεχίζουν να μειώνονται, η προσοχή της αγοράς στρέφεται κυρίως στην προοπτική συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η πρόσφατη διόρθωση των τιμών, σύμφωνα με τον ίδιο, πιθανόν οδηγεί αρκετούς επενδυτές στο κλείσιμο ανοδικών θέσεων.

Σε μηνιαία βάση, οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν τον Μάιο τη χειρότερη επίδοσή τους από το 2020. Το Brent υποχώρησε περίπου 19%-20%, ενώ το WTI έχασε πάνω από 17%, υπό την πίεση των προσδοκιών για εκτόνωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

Κομβικό σημείο για την αγορά παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο τρίμηνος πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν συνοδεύεται από επαναλαμβανόμενες ενδείξεις για πιθανή διπλωματική λύση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας.

Παρά τα σημάδια προόδου, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη φαίνεται να προσεγγίζουν διαφορετικά το περιεχόμενο της υπό διαμόρφωση συμφωνίας. Το ιρανικό πρακτορείο Fars μετέδωσε ότι το σχέδιο προβλέπει άνοιγμα των Στενών χωρίς περιορισμούς, αλλά με βάση τις «προκαθορισμένες ρυθμίσεις» του Ιράν. Η Τεχεράνη έχει ήδη δηλώσει ότι σκοπεύει να ρυθμίζει τη διέλευση των πλοίων και να επιβάλλει τέλη διέλευσης.

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την απαίτηση για άμεσο και πλήρες άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Το κλείσιμο του θαλάσσιου περάσματος έχει οδηγήσει σε άνοδο των ενεργειακών τιμών διεθνώς, ενώ οι τελευταίες συνεδριάσεις χαρακτηρίστηκαν από έντονη μεταβλητότητα, με ημερήσιες διακυμάνσεις έως και 6 δολαρίων στα δύο βασικά συμβόλαια.

Πηγές με γνώση των διαπραγματεύσεων ανέφεραν ότι ΗΠΑ και Ιράν κατέληξαν την Πέμπτη σε προκαταρκτική συμφωνία για παράταση της εκεχειρίας και σταδιακή άρση των περιορισμών στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, η κίνηση των πλοίων παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.

Οι αναλυτές της ING εκτιμούν ότι η πλήρης επαναλειτουργία του θαλάσσιου διαδρόμου θα μπορούσε να προσφέρει άμεση ανακούφιση στην αγορά πετρελαίου, χωρίς όμως να διασφαλίζει γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα.

Την ίδια ώρα, η σημασία των Στενών αποτυπώνεται και στα στοιχεία της αγοράς. Η Ιαπωνία, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, κατέγραψε τον προηγούμενο μήνα πτώση 66% στις εισαγωγές αργού σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.

Η Commerzbank αναθεώρησε ανοδικά τις προβλέψεις της για το Brent, εκτιμώντας ότι θα διαμορφωθεί στα 90 δολάρια το βαρέλι έως το τέλος Σεπτεμβρίου και στα 85 δολάρια έως το τέλος του έτους, υπό το σενάριο ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν εκτός κανονικής λειτουργίας για ακόμη δύο μήνες.

Παράλληλα, τα αμερικανικά αποθέματα αργού, βενζίνης και αποσταγμάτων μειώθηκαν την περασμένη εβδομάδα, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ, καθώς ενισχύθηκε η ζήτηση από διυλιστήρια και καταναλωτές. Οι εξαγωγές αργού μειώθηκαν κατά 1,16 εκατ. βαρέλια ημερησίως, στα 4,4 εκατ. βαρέλια.