Επτά θητείες. Όχι, δεν πρόκειται για ιστορική αναδρομή σε κάποιον πολιτικό της μεταπολεμικής Ευρώπης. Ούτε για πολιτική βιογραφία ενός ανθρώπου που υπηρέτησε σε τρεις διαφορετικές εποχές. Πρόκειται για την κυπριακή Βουλή του 2026 και τον Ζαχαρία Κουλία. Επανεκλέγη για έβδομη θητεία. Η κοινοβουλευτική του διαδρομή ξεκίνησε το 1999, όταν ως επιλαχών διαδέχθηκε τον παραιτηθέντα Γαλανό, και συνεχίστηκε ακάθεκτη το 2001, το 2006, το 2011, το 2016, το 2021 και τώρα το 2026.

Όταν η παρούσα θητεία ολοκληρωθεί το 2031, ο κ. Κουλίας θα συμπληρώνει 32 χρόνια στη Βουλή! Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του χρόνου, όταν μπήκε στο κοινοβούλιο, η Κύπρος δεν ήταν ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα social media ήταν επιστημονική φαντασία, τα smartphones δεν υπήρχαν και κάποιοι από τους νέους βουλευτές δεν είχαν ακόμη γεννηθεί!

Και όμως, η πολιτική καρέκλα έμεινε σταθερά εκεί. Σχεδόν σαν οικογενειακό κειμήλιο. Που περνά από γενιά σε γενιά. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση, δεν πέρασε σε άλλη γενιά αλλά έμεινε στην ίδια.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Το θέμα δεν είναι προσωπικό. Η στήλη δεν έχει οτιδήποτε προσωπικά με τον υπό συζήτηση βουλευτή. Ο Ζαχαρίας Κουλίας δεν έκανε κάτι παράνομο. Ούτε παραβίασε κάποιο θεσμικό όριο. Αντιθέτως, αξιοποίησε ένα απολύτως δημοκρατικό δικαίωμα. Να θέτει υποψηφιότητα και να επανεκλέγεται από τους πολίτες. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν μπορεί να βρίσκεται εκεί. Το ερώτημα είναι αν πρέπει.

Διότι κάποια στιγμή, η δημοκρατία οφείλει να κοιτάξει κατάματα μια άβολη αλλά αναγκαία αλήθεια. Η μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία δεν αποτελεί πάντοτε πλεονέκτημα. Πολύ συχνά μετατρέπεται σε πρόβλημα.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Όσο καλή φυσική κατάσταση κι αν διαθέτει ένας άνθρωπος, όσο οξύ πνεύμα κι αν διατηρεί, είναι πρακτικά αδύνατον στα 76, να διαθέτει την ίδια ενέργεια, την ίδια αντοχή, την ίδια φρεσκάδα σκέψης και την ίδια πολιτική ορμή με ένα νεότερο άνθρωπο. Πόσο μάλλον στα 81 του, που θα βρίσκεται στον τελευταίο χρόνο της θητείας του.

Ας μην προτρέξει οποιοσδήποτε να μας κατηγορήσει για ηλικιακό ρατσισμό. Σε μια πραγματικότητα ζωής αναφερόμαστε. Η πολιτική δεν είναι μουσείο εμπειρίας ούτε χώρος τιμητικής παραμονής. Δεν είναι μια θέση που καταλαμβάνεται εφ’ όρου ζωής επειδή κάποιος υπήρξε κάποτε χρήσιμος ή δημοφιλής. Είναι ένας χώρος, που απαιτεί συνεχή εγρήγορση, νέες ιδέες, επαφή με τις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας και προσαρμογή σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Εδώ ακριβώς γεννάται και το κρίσιμο ερώτημα. Γιατί σε τόσες άλλες κορυφαίες πολιτειακές θέσεις υπάρχουν αυστηρά όρια θητειών, αλλά όχι για τους βουλευτές;

Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών -ο αποκαλούμενος και ως «πλανητάρχης»- δικαιούται μόλις δύο τετραετείς θητείες. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας περιορίζεται επίσης σε δύο πενταετείς θητείες. Και αυτό δεν έγινε επειδή κάποιοι αμφισβήτησαν την αξία των ηγετών ή την εμπειρία την οποία κάποιοι εξ αυτών ενδέχεται να διαθέτουν.

Έγινε επειδή τα δημοκρατικά συστήματα αντιλαμβάνονται μια θεμελιώδη αρχή. Η εξουσία, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, με τα χρόνια φθείρεται και φθείρει. Οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε συνήθειες, σε κύκλους επιρροής, σε πολιτικές ισορροπίες, σε μια αίσθηση μονιμότητας, που σταδιακά μετατρέπει την πολιτική από λειτούργημα σε επάγγελμα. Και η Κύπρος έχει πολλούς επαγγελματίες βουλευτές…

Πολιτικούς, που δεν περνούν απλώς από τη Βουλή, αλλά μεγαλώνουν και ενίοτε γερνούν μέσα σε αυτή. Που μετατρέπουν την κοινοβουλευτική έδρα σε δεύτερη κατοικία και την πολιτική παρουσία σε επαγγελματική μονιμότητα.

Ακόμη πιο παράδοξο; Τα ίδια τα κόμματα έχουν ήδη αναγνωρίσει το πρόβλημα. Πολλά έχουν επιβάλει εσωτερικούς περιορισμούς δύο ή τριών θητειών σε κομματικά αξιώματα. Δηλαδή, θεωρούν αναγκαία την ανανέωση στην εσωκομματική βουλευτική πυραμίδα. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχουν τολμήσει να ψηφίσουν ανάλογη νομοθεσία για το κοινοβούλιο, όπου λαμβάνονται αποφάσεις οι οποίες επηρεάζουν το μέλλον των πολιτών.

Η δημοκρατία, όμως, δεν πρέπει να φοβάται την ανανέωση. Τη χρειάζεται. Χρειάζεται νέα πρόσωπα, νέες αντιλήψεις, διαφορετικές ιδέες, ανθρώπους που κατανοούν τις ανάγκες της εποχής τους και δεν κουβαλούν δεκαετίες πολιτικών συμβιβασμών στην πλάτη τους.

Κανείς δεν λέει ότι ένας βουλευτής πρέπει να αποχωρεί μετά από μία θητεία. Όμως, δύο ή τρεις συνεχόμενες θητείες θα ήταν υπεραρκετές για να αφήσει κάποιος έργο. Να αποδείξει την αξία του και να υπηρετήσει ουσιαστικά τον τόπο. Αν δεν κατάφερε να αλλάξει πράγματα σε 10 ή 15 χρόνια, πού μπορεί να βασιστεί ο ισχυρισμός ότι μπορεί να τα καταφέρει στα 20 ή στα 25;

Η περίπτωση Κουλία είναι απλώς η αφορμή. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Αν πραγματικά θέλουμε μια Βουλή πιο παραγωγική, πιο σύγχρονη, πιο κοντά στην κοινωνία και λιγότερο βολεμένη στη στασιμότητα, τότε ήρθε η ώρα να ανοίξει σοβαρά η συζήτηση για θεσμοθετημένο όριο θητειών  για τους βουλευτές. Ναι, η εμπειρία είναι πολύτιμη, όμως, η δημοκρατία χρειάζεται και οξυγόνο.