Μια σύντομη μελέτη των ιστορικών αρχείων του περασμένου αιώνα αποκαλύπτει την πληθώρα των εγκλημάτων με θύματα γυναίκες κατά τις πρώτες δεκαετίες της βρετανικής κυριαρχίας. Υποθέσεις βιασμών, απαγωγών, επιθέσεων και δολοφονιών δημοσιεύονται συχνά στις σελίδες των εφημερίδων. Γυναίκες παντρεμένες ή ανύπαντρες, εργαζόμενες ή άνεργες, αστές ή αγρότισσες, είναι όλες ευάλωτες στη βία των ανδρών. Ελληνοκύπριες, Τουρκοκύπριες και Βρετανίδες πέφτουν θύματα συζύγων, συγγενών ή αγνώστων.
Όπως γράφει ο Νέος Κυπριακός Φύλαξ τον Ιούλιο του 1908 «Ανθρωπόμορφον τι κτήνος» αποπειράθηκε να δολοφονήσει τη σύζυγό του. «Ο κτηνάνθρωπος ούτος εχρημάτισε ζαπτιές και απεβλήθη της αστυνομικής υπηρεσίας ως οκνηρός. Συντηρούμενος υπό της νυχθημερόν εργαζομένης συζύγου του είχεν αποβή τύραννος αυτής και επί τούτοις τη μετέδωκε βδελυκτήν νόσον. Τοιαύτα αθώα θύματα αριθμούνται πολλά εν τη κοινωνία της Λευκωσίας. Παρθένοι τίμιαι και χρησταί διά νυχθημέρου εργασίας κερδίζουσαι τα προς το ζην και διά φειδούς άκρας εξοικονομούσαι προίκα, λαμβάνουσαι συζύγους οκνηρούς και αέργους θαμώνας των καπηλείων και των χαμαιτυπίων.» Η παρέμβαση των γειτόνων γλύτωσε την εν λόγω γυναίκα από τη δολοφονική βία του συζύγου της αλλά άλλες δεν ήταν τόσο «τυχερές». Η κυπριακή κοινωνία παρακολουθεί με αποτροπιασμό τις υποθέσεις, αλλά συχνά αθωώνει ηθικά τους δράστες
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της «ηθικής αθώωσης» των δραστών είναι αυτή της Αϊσέ η οποία το καλοκαίρι του 1880 έπεσε θύμα επίθεσης και απόπειρας βιασμού από ομάδα ανδρών στο χωριό Μαλλιά. Παρά την καταδικαστική απόφαση κατά των δραστών, οι δημογέροντες και ο Ιμάμης του χωριού τάχθηκαν στο πλευρό τους ζητώντας από την κυβέρνηση την απελευθέρωσή τους. Παρόμοια είναι η αντίδραση της κοινωνίας και στην περίπτωση της δολοφονίας της Εμινέ, το Νοέμβριο του 1908.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της «ηθικής αθώωσης» των δραστών είναι αυτή της Αϊσέ η οποία το καλοκαίρι του 1880 έπεσε θύμα επίθεσης και απόπειρας βιασμού από ομάδα ανδρών στο χωριό Μαλλιά. Παρά την καταδικαστική απόφαση κατά των δραστών, οι δημογέροντες και ο Ιμάμης του χωριού τάχθηκαν στο πλευρό τους ζητώντας από την κυβέρνηση την απελευθέρωσή τους. Παρόμοια είναι η αντίδραση της κοινωνίας και στην περίπτωση της δολοφονίας της Εμινέ, το Νοέμβριο του 1908.
Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Ελευθερία «Εις το χωριόν Κλαυδιά ετελείτο γάμος, εις ον προσεκλήθη και η εκ Λευκωσίας 25ετής χορεύτρια Εμινέ, όπως διά των χορών και των ασμάτων της καταστήση φαιδροτέραν την γαμήλιον εορτήν. Την όρχησιν της γυναικός παρηκολούθει μετά πάθους από πολλής ώρας ο Αλής Χασήμ, όστις άμα τω πέρατι του χορού εγερθείς εφώναξε προς τους παρισταμένους ότι «όποιος είναι παλληκάρι ας έλθη να πάρη την γυναίκαν!» Καταληφθείσα από φόβου η χορεύτρια κατέφυγε πλησίον ενός εκ των παρακαθημένων, τουθ’ όπερ εξώργισε τον Αλήν, όστις επιτεθής κατά της γυναικός ετραυμάτισεν αυτήν εις την οσφυακήν χώραν διά μαχαίρας. Η άτυχης γυνή απέθανεν μετ’ ολίγας ώρας». Την ίδια χρονιά κατατίθεται στο Νομοθετικό Συμβούλιο πρόταση νόμου για την απαγόρευση εργοδότησης χορευτριών σε γάμους. Έτσι, συνειδητά ή ασυνείδητα οι νομοθέτες μεταθέτουν την ευθύνη τους εγκλήματος στις γυναίκες θύματα και όχι στους δράστες. Αν λοιπόν είσαι αφελής και παντρεύτηκες τον «λάθος» άνδρα, αν έπεσες θύμα επίθεσης των «καλών» παλληκαριών ενός χωριού ή αν ασκείς το «προκλητικό» επάγγελμα της χορεύτριας τότε σύμφωνα με την κοινωνία φέρεις και εσύ ευθύνη για τη βία που έχεις υποστεί.
Πηγές: Νέος Κυπριακός Φύλαξ 1908 και 1910, Ελευθερία 1908, Κρατικά Αρχεία Κύπρου SA1/9462.
* ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ-ΕΡΕΥΝΗΤΡΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ.
Φιλgood, τεύχος 248.