Νίκος Πενταράς, «Αριθμητική Αναμονής», 2021.
Μελετώντας την πρόσφατη ποιητική συγκομιδή του Νίκου Πενταρά σπεύδω εκ προοιμίου να επισημάνω τη συναρμογή ανακλαστικών εστιάσεων, αισθαντικών εντυπώσεων και επαγωγικών παρατηρήσεων υπό τη μορφή αβίαστων γενικών συμπερασμάτων.
Εμφατικώς αποτιμάται κατ’ αρχήν η πρόδηλη ωριμότητα στους αναβαθμούς μιας εύηχης γραφής, που αποτυπώνεται σε μείζονα κλίμακα πολυτονικών φθόγγων και μακρόπνοων αντιστικτικών εναρμονίσεων με την εις βάθος και ύψος πολυφωνία της ποίησης.
Η σαρανταπεντάχρονη μαθητεία της μύησης και της συστηματικής του συνεισφοράς στα ποιητικά μας δρώμενα από την πρώτη του συλλογή «Ώρες Πολέμου» (1975) μέχρι την προηγούμενη «Σε φόντο φθινοπωρινό» (2015), συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας έκδοσης, παραπέμπει σε ένα από τα νυν ποιήματα ποιητικής: «Εργάτης χρόνια τώρα/ στο υφαντουργείο της ποίησης/ υφαίνω στίχους καλοκαιρινούς/ στίχους χειμωνιάτικους/ στίχους ντεμί σεζόν/ στίχους σε όλα τα χρώματα/ για όλες τις προτιμήσεις/ και σ’ όλα τα μεγέθη». Όπως αναμενόταν, λοιπόν, η εν προόδω ανοδική πορεία «εις των ιδεών την πόλι» απέδωσε δαψιλείς εύχυμους καρπούς με την τωρινή «Αριθμητική Αναμονής». Όχι ασφαλώς με ποσοτικούς δείχτες αρίθμησης, που δεν εξικνούνται πέραν των 34 σελίδων, αλλά με το μέτρο μιας ποιητικότητας, έμφορτης παλμώδους ηδυσμένου λόγου και λυρικής στοχαστικής διάθεσης, πυκνών ευρηματικών συμβολισμών και πληθωρικών μεταφορικών νοημάτων.
Συγκεκριμένα, το νέο πονημάτιο του Πενταρά δεν συνιστά συναγωγή ετερόκλητων και ποικιλώνυμων ποιημάτων, αλλά ομόκλητη και ομοούσια σύνθεση, εντέχνως πεποικιλμένη με εικονοπλαστικά σχήματα λόγου, που συναρθρώνει είκοσι δύο –Ι-XXII κατά τη λατινική τους αναγραφή– άτιτλα αυτοτελή ποιήματα με ενδοδιακειμενικές συνυφάνσεις στην ενότητα των συμφραζομένων τους. Στιχηρές ψηφίδες οιονεί διθυραμβικών ωδών, που ραψωδούν περιπαθώς τον έρωτα εξυμνώντας τον ως ενυπόστατο ερώμενο πρόσωπο είτε ως προσωποποίηση της συμπαντικής επενέργειας στη νοηματοδότηση της ζωής και τη διαιώνιση της ομορφιάς της, όταν δεν υπονομεύεται από τις ασχημίες της ανθρώπινης κακοδαιμονίας. Προς αυτόν στρέφεται ανωνύμως ή μετωνυμικώς ο ποιητής με υπερεκχειλίζοντα αισθήματα κατανυκτικής εξιδανίκευσης έως και εκστασιακής θεοποίησής του, εκφράζοντας την πρωτεϊκή ζείδωρη δύναμη του θαύματος ωσάν σε τελετουργία μυσταγωγικής μέθεξης.
Ίσως οι στίχοι της ερωτικής αυτής πανδαισίας, που απηχούν μυθολογικούς, φιλοσοφικούς και βιβλικούς συνειρμούς, να φαίνονται ότι έρχονται από μιαν παρωχημένη ρομαντική εποχή μέσα σε έναν απαθή ασυγκίνητο κόσμο των αντιποιητικών και αντιερωτικών καιρών μας. Ίσως να ηχούν παράταιροι και γραφικοί σ’ εμάς που την κατοχή, τον πόνο της προσφυγιάς και την απώλεια θρηνωδούμε με σχετλιαστικά φωνήματα και ατελεύτητους ελεγειακούς τόνους. Ιδιαιτέρως σήμερα που σμίγουν με τις κραυγές απόγνωσης των μυριάδων προσφύγων της Ουκρανίας στα βομβαρδισμένα τοπία μιας ακόμη αδίστακτης εισβολής. Και όμως, σ’ αυτό τον αυχμηρό ανελέητο χειμώνα του χαλασμού, της συντριβής και της άκρατης δυστυχίας, του απελπισμού και του θανάτου είναι που χρειάζεται το αντίπαλο δέος του έρωτα στην ταύτισή του με την ίδια τη ζωή, το όνειρο της ειρήνης και τη χαρά της δημιουργίας. Εξ ου και ο ποιητής, που δεν ενδίδει στις ανατρεπτικές δυστοπίες ενός απάνθρωπου βίου μήτε κάμπτεται μπροστά σε σκοτεινά αδιέξοδα «την εποχή των παγετώνων», κομίζοντας «σε πείσμα των χειμώνων» την αποκατάσταση μιας άλλης τάξης πραγμάτων, προοιωνίζεται την άνοιξη της νέας αειφόρας ανθοφορίας: «τις κρύες νύχτες του χειμώνα/ θα κρατώ πάντα για σένα/ όλα τα πέταλα των ρόδων/ αναμμένα».
Στο μακρόστιχο VII άσμα, καταφάσκοντας τον αγαπητικό έρωτα έναντι του μίσους και της έχθρητας, εντείνει τη φωνή, για να επαναλάβει αδιάψευστο το μήνυμα. Γίνεται έτσι θαλπωρή παραμυθίας και προσδοκίας λυτρωτική υπόσχεση για την επερχόμενη αυτή άνοιξη πέραν από κάθε αριθμητική παρατεινόμενης ή μάταιης αναμονής, αίροντας την οξύμωρη αντίφαση και τον ειρωνικό υπαινιγμό του τίτλου: «έλα/ δώσε στις μέρες σου κουράγιο/ φώτισε με χαμόγελα τ’ αστέρια/ δάνεισε τα φτερά των ονείρων σου/ στα χελιδόνια/ και τραγούδησε μαζί τους την Άνοιξη». Όπως και στην ερωτική εξομολόγηση τού ΙΙ ποιήματος αποφαίνεται προαναγγέλλοντας: «η νύχτα καταργήθηκε/ ένα λιοτρόπι/ κεντά χαμόγελα/ στην ποδιά της μέρας/ και το τέλος έγινε αρχή», αντιστρέφοντας στον τελευταίο εδώ στίχο τον εμβληματικό πρώτο στίχο στο δεύτερο κουαρτέτο του T.S. Eliot: «Στην αρχή μου είναι το τέλος μου». Δεν ξέρω πόσο τυχαίες, διαισθητικές ή σκόπιμες είναι οι εν λόγω αντιστοιχίες στη διαλεκτική του αέναου κυκλικού γίγνεσθαι. Και συνεχίζει περαίνοντας εντός του ιδίου ποιήματος με υπομνήσεις παραλληλισμών και συμφύρσεων από την εκκλησιαστική μας υμνολογία: «η μορφή σου “Aλληλούια”/ και “Άξιον Εστί”/ ζωγραφισμένη στον θόλο του Φωτός/ σε λιτανεία εαρινών χρωμάτων/ αγνή κι αθώα/ σαν την πρώτη μας νιότη/ άγιον μανδήλιον/ το κρατώ και το φυλάω/ από λεηλασίες σταυροφόρων/ προστασία κατατρεγμένων/ κι ασφάλεια τής εκτός τροχιάς/ εν νεφέλαις εποχούμενης αγάπης.».
Ο έρωτας αναδύεται από τα λαβυρινθώδη έγκατα της ψυχής και μεταρσιώνεται στη σφαίρα του άρρητου και του απόρρητου, για να συναντήσει την άνευ όρων και ορίων αγάπη στον αστερισμό του απείρου. Απερινόητες έννοιες και ασύλληπτα αισθήματα που μόνο οι ποιητές μπορούν να τους δώσουν το αληθινό τους όνομα. Και ο δικός μας ποιητής ταυτοποιώντας την υπερκόσμια παντοκρατορία τους αποφαίνεται: «Εφόσον η αγάπη σου/ αγνοεί όρους και προϋποθέσεις/ μη με ξαναρωτήσεις/ να σου απαντήσω/ πώς θα σε χαρακτήριζα/ με μια μόνο λέξη/ γιατί αδυνατώ/ να σκεφτώ άλλη λέξη/ από τη λέξη “αιωνιότητα”».
Ο έρωτας και η αγάπη σε σχήμα «εν διά δυοίν», ήτοι ο αγαπητικός έρωτας είτε η ερωτική αγάπη σηματοδοτούν αποφθεγματικά το απάνθισμα των στίχων στο XV ποίημα: «Η αγάπη σου/ ταξιδεύει τον έρωτα/ μ’ έναν και μοναδικό προορισμό/ το φως».