«Η νύχτα των δολοφόνων» του Χοσέ Τριάνα από την ομάδα Point To.
Η ομάδα των Point To, διακατέχεται από το σύνδρομο της ταπεινότητας. Δεν πιστεύει σε σωτήρες, δεν θεωρεί τίποτε δεδομένο, ούτε κοιτάζει αφ’ υψηλού τα τεκταινόμενα στη θεατρική μας πραγματικότητα. Προσοχή: μιλάμε για ταπεινότητα, όχι για εγκαρτέρηση. Δεν είναι τίποτε κορόιδα, ούτε αναίσθητοι και απαθείς. Η αγωνία και λαχτάρα για καλλιτεχνική επιβίωση και προσφορά είναι ένα χαρακτηριστικό που φαίνεται ότι έχει εντυπωθεί στο DNA τους.
Όταν η Θυμέλη για το 2017 περιέλαβε μια παραγωγή τους, δεν βρήκαν λόγο να σηκώσουν ψηλά τον αμανέ. Αντίθετα το αντιμετώπισαν ως ευθύνη, ώστε τα λίγα έστω χρήματα να πιάσουν όσο γίνεται τόπο. Επένδυσαν χρόνο, μεράκι και ταλέντο στο στήσιμο της συγκεκριμένης παραγωγής, παρά το γεγονός ότι δεν πρόκειται για ένα «εύκολο» έργο, που εγγυημένα θα προσελκύσει το κοινό. Τα ηνία είχαν ανατεθεί σ’ έναν παλιό συνοδοιπόρο, τον Εύρο Δίκαιο, έναν εργατικό σκηνοθέτη, γυμνασμένο σε ειδικές συνθήκες και με το ευγενικό χούι να επιμένει στη δυναμική της αμεσότητας της κυπριακής διαλέκτου, επιλέγοντας κυπριακά έργα ή μεταφέροντας στην καθομιλουμένη κείμενα πέραν πάσης υποψίας.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και η «Νύχτα των Δολοφόνων», το πιο εμβληματικό ίσως έργο του Χοσέ Τριάνα. Η επιλογή έχει ενδιαφέρον αφού δεν πρόκειται για αγγλόφωνο συγγραφέα, αλλά Κουβανό. Μιλάμε για ένα έργο που πρωτοανέβηκε το 1965, στην μεταεπαναστατική Κούβα και βρίθει πολιτικών και κοινωνικών συμβολισμών που θα ενοχλούσαν και το πιο φιλελεύθερο καθεστώς. Την καυτή εκείνη δεκαετία, ξεκίνησε ο οικονομικός αποκλεισμός και η πολιτική απομόνωση της Κούβας, την ίδια περίοδο που το νέο καθεστώς επιχειρούσε να καταστήσει λειτουργήσιμο ένα πρότυπο οικονομικό μοντέλο ανάγκης με χαρακτηριστικά επαvαστατικoύ κράτoυς.
Ο Τριάνα, που το 1959 είχε επιστρέψει στην εξεγερμένη Κούβα ως θερμός υποστηρικτής της επανάστασης, επέλεξε μέσα στο κλίμα αυτό, να μιλήσει για την καταπιεσμένη δυσαρέσκεια απέναντι στα πρώτα ολοκληρωτιστικά και καταπιεστικά σημάδια του καθεστώτος. Αν όμως το έγραφε αυτούσιο έξι χρόνια πριν, θα μπορούσε κάλλιστα κανείς να το θεωρήσει ως αλληγορία για την ανάγκη που πυροδότησε την επανάσταση. Προφανώς, δεν ήταν ένας συγγραφέας που καθόταν στ’ αβγά του και χάιδευε τα αφτιά της εκάστοτε εξουσίας.
Ανεξάρτητα όμως του γεγονότος ότι το έργο έτυχε πολιτικής εκμετάλλευσης από «καλοθελητές» και αναπόφευκτα θέριεψε την καχυποψία εναντίον του από τους συμπατριώτες του, δεν παύει να είναι εύλογα τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν διαχρονικό. Η κεντρική ιδέα των παιδιών που επιθυμούν και φαντασιώνονται τον αφανισμό των ίδιων τους των γονέων είναι βαθιά επηρεασμένη από τα αρχέτυπα της ελληνικής τραγωδίας, της οποίας ο Τριάνα είναι θερμός θαυμαστής, όπως έδειξε και με το προγενέστερο έργο του «Η Μήδεια στον Καθρέφτη».
Στην Κύπρο, βέβαια, ο απολυταρχισμός και ο δεσποτισμός δεν προέρχεται απευθείας από το κράτος, μόνο συντηρείται από αυτό. Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο έργο προέρχεται από διαφορετική εποχή και σχολή σκέψης σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές του Δίκαιου, βρίσκω σημαντικές συγκλίσεις με την κοσμοθεωρία του και κοινά χαρακτηριστικά με το μοτίβο της καταπιεσμένης νεολαίας που αναζητεί απεγνωσμένα βαλβίδες εκτόνωσης και εξόδους διαφυγής από τα κάθε είδους αδιέξοδα που την έχει καταδικάσει ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η οικονομιστική θεώρηση της κοινωνίας και της παιδείας, αλλά κι ο υφέρπων συντηρητισμός.
Για άλλη μια φορά, η γλώσσα ήταν το μεγάλο ερωτηματικό που μετατράπηκε στο σημαντικότερο εργαλείο του σκηνοθέτη για να καταφέρει να θέσει τους προσδοκώμενους προβληματισμούς. Ήταν ίσως και αυτό που έσωσε τον ίδιο και την παράσταση από την επιλογή να θολώσει ακόμη περισσότερο τα νερά, σ’ ένα έργο που ούτως ή άλλως αφορμάται από το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης και στόχος του είναι να παρωδήσει κατεστημένες αξίες. Έτσι, η παράσταση αργεί να σε εντάξει στο σύμπαν της, αλλά εφόσον συμβεί αυτό είναι εμφανές ότι καταφέρνει να αποστάξει από το ωμό και ελλειπτικό κείμενο τα στοιχεία που δημιουργούν την απαραίτητη συνθήκη επικοινωνίας.