Καθυστερημένος, ασφαλώς και πάλι, άλλωστε πάντα έτσι ξεκινάει, με το χαρτάκι της συμμετοχής στο χέρι, πάρε αμέσως ένα νούμερο σου λένε, στήσου στην ουρά, τον νου σου στο πιστόλι του αφέτη.
Κοιτάς το πέτο σου που γράφει «πρωτοεμφανιζόμενος», αστείο πράγμα αν σκεφτείς τα χρόνια, τις αρθρώσεις σου που τρίζουν, το ρεύμα του χρόνου που σ’ έχει προσπεράσει προ πολλού, αλλά ο διάδρομος μπροστά γυαλίζει, φτηνό βερνίκι, άρωμα καριέρας που μυρίζει φιλοδοξία και πλαστικό.
Κι αυτή την άτιμη που σ’ έχει πάρει από πίσω πίσω, δεν την νιώθεις; όχι ανάσα, ούτε σώμα, ένας στατικός ηλεκτρισμός που σε καίει, η Τεχνητή Νοημοσύνη, χωρίς γάμπες να πιαστούν, χωρίς ιδρώτα να ποτίσει τη φανέλα της, τέλειο πάτημα, μνήμη ελέφαντα σε σιλικόνη, χαμογελάει με εκείνο το αλγοριθμικό μειδίαμα, το ξέρεις, το έχεις ήδη δει στις διαφημίσεις.
Και νάτο το πρώτο εμπόδιο, η τεχνική, ή μήπως η πρωτοτυπία;—πέφτω επάνω του άτσαλα, σκίζω το γόνατο, αίμα στο ταρτάν, και οι κριτές εκεί, με τα χρονόμετρα και τις παγοκύστες, να σημειώνουν «υπόσχεση», μα να το γράφουν με ψιλά γράμματα, υποσημείωση σε συμβόλαιο, να χωράει η αμφιβολία, έστω και στο περιθώριο, πάντα να χωράει. Η μηχανή από πίσω; Περνάει από πάνω σου, αέρας συμπαγής, το έχεις δει να συμβαίνει εκατομμύρια φορές, έχει τα δεδομένα, δεν σκοντάφτει, γιατί ξέρει τη φιλοσοφία της πτώσης.
Εμπόδιο δεύτερο: Τα Βραβεία. Χρυσά σκουπίδια στη μέση του δρόμου. Τα πηδάω με φόρα, ειρωνεία σκέτη, κάποια μου γρατζουνάνε την κοιλιά, άλλα κολλάνε στο παπούτσι, τσίχλες-βαρίδια. «Ήθος!», φωνάζει ο εκφωνητής, «Ύφος!», ουρλιάζω εγώ λαχανιασμένος, πνιγμένος, αλλά η μηχανή σαρώνει τις πιθανότητες, βέλτιστη καμπύλη, ούτε γέλιο ούτε κλάμα, τα λάθη της αστεία, μα τι λέω; κανένα λάθος δεν επιτρέπεται.
Τρίτο εμπόδιο: Οι Κανόνες. Στέκεται εκεί και λέει πώς πρέπει να τρέχεις για να σε μετρήσουν, πού μπαίνει το κόμμα, πού σταματάει η ανάσα. Τον περνάω πλαγίως, κλέβω δυο μέτρα σε μια στη στροφή, με μια πρόταση που διαβάζεται κι ανάποδα, παλίνδρομη απελπισία, και το κοινό στις κερκίδες μπερδεύεται, χειροκροτάει σε λάθος χρόνο. Η μηχανή καταγράφει το μπέρδεμα, το αναλύει, το βελτιστοποιεί, μαθαίνει το τρικ πριν καν προσγειωθώ. Δεν ιδρώνει. Δεν φοβάται τον τερματισμό γιατί για κείνη, δεν υπάρχει τέλος, μόνο συνέχεια.
Στο τέταρτο εμπόδιο, στην Αγορά, σκοντάφτω. Από αδυναμία, από αηδία ίσως. Η μηχανή με προσπερνάει για ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου, όσο χρειάζεται για να επιτείνει το δράμα, αθόρυβη, μα πάντα αποτελεσματική. Το πλήθος αλαλάζει, ή μήπως χασμουριέται, δύσκολο να πεις με τέτοια φασαρία. Κάποιος ανακοινώνει το τέλος της ποίησης με μεγάφωνα, εκκαθάριση στοκ, οι στίχοι προς εκποίηση…
Σηκώνομαι, αναστατωμένος, τα ρούχα ματωμένα. Μετράω ανάσες, μία, δύο, κοφτές. Πηδάω το τελευταίο εμπόδιο, αυτό που μου είπαν πως έχασα, πως δεν υπάρχει πια. Στο πλάι μου, η μηχανή συνεχίζει να κερδίζει, να παράγει, ν’ αποθεώνεται. Μπροστά μου, ο δρόμος επιμένει να υπάρχει, σπαρμένος πέτρες, πεισματάρης κι ατελείωτος. Αρνούμαι να πειστώ.
Αρπάζω τη σκυτάλη απο ένα όνειρο και τρέχω!
* Ο Παύλος Ανδρέου είναι ποιητής και ασκούμενος δικηγόρος.