«Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη, σε σκηνοθεσία Θανάση Γεωργίου, στη Νέα Σκηνή του ΘΟΚ.
Η Λούλα Αναγνωστάκη είναι η καλύτερη Ελληνίδα θεατρική συγγραφέας. Όχι γυναίκα, γενικώς— κι από τον Καμπανέλλη. Ο Πίντερ θα σκότωνε για να είχε γράψει την «Πόλη».
Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες όμως χάνουν κάποια στιγμή, για διάφορους λόγους, την άμεση επαφή με τη Μούσα. Η άποψή μου είναι ότι τα θεατρικά της Αναγνωστάκη από τα «Διαμάντια και Μπλουζ» κι έπειτα μειονεκτούν σε σύγκριση με το κύριο σώμα του έργου της.
Το παράδοξο είναι ότι η σύγχρονη πρόσληψη της γραφής της στέκεται επιλεκτικά σ’ αυτή τη δημιουργική της περίοδο, η οποία είναι και η πιο ευεπίφορη για ερμηνευτικά σχήματα που συνάδουν με επίκαιρες ευαισθησίες και προτεραιότητες. Ιδανικό «σκεύος» για τέτοιες εργαλειακές αναγνώσεις, στο φόντο της μακράς δεκαετίας της ελληνικής κρίσης, συνιστά το «Σ’ εσάς που με ακούτε» (2003). Αυτόν τον καιρό παίζεται στον ΘΟΚ, σε σκηνοθεσία Θανάση Γεωργίου, σε μια παράσταση που προσπαθεί φιλότιμα, αλλά δεν καταφέρνει να υπερβεί τους περιορισμούς του κειμένου.
Γνώριμα ποιοτικά χαρακτηριστικά της γραφής της Αναγνωστάκη ανιχνεύονται και στο συγκεκριμένο έργο: το απότομο τράβηγμα του χαλιού όποτε το στήσιμο κινδυνεύει να τακτοποιηθεί, οι πυρακτωμένοι μονόλογοι που απειλούν να κάψουν τους θεατές, η κυριαρχία της λογικής του εφιάλτη όπου δεν έχουν τόσο σημασία τα αίτια και τα αιτιατά, όσο τα αποτελέσματα.
Ταυτόχρονα όμως μοιάζει σαν διαφορετικές ιδέες και κομμάτια να ενώθηκαν με πρόχειρες ραφές. Πέρα από τη Σοφία και τη μητέρα της Έλσα, όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα δεν πατάνε γερά στη σκηνή (με πιο αδικημένους τον Χανς, την Τρούντελ και τον Νίκο που μπαίνουν σαν για να υπηρετήσουν άλλους ρόλους και εικόνες— κάνοντας άχαρη τη δουλειά των ηθοποιών που τους αναλαμβάνουν).
Η Αναγνωστάκη είναι απαισιόδοξη συγγραφέας. Πιο σκοτεινή ακόμα κι από τη Σάρα Κέιν, καθώς οι υποθέσεις της έχουν ρεαλιστική βάση και ιστορική προοπτική. Το σαρκοβόρο χιούμορ της δαγκώνει πρώτα το δικό της χέρι και μετά του θεατή. Στο θεατρικό σύμπαν της οι ήρωες ηττώνται κατά κράτος, και ο αγώνας τους δεν έχει νόημα. Καμία ελπίδα για αλλαγή, όλα ισοπεδώνονται από τη βία και τη γελοιότητα.
Το να βγάζει κάποιος διδακτικά συμπεράσματα και καλέσματα αλληλεγγύης από το έργο της είναι τόσο ανορθόδοξο όσο το να βάζει το «Closer» των Joy Division και το «Pornography» των Cure για μουσικό χαλί σε κέντρο ψυχικής υγείας για εφήβους.

Αυτό όμως ακριβώς είναι που συμβαίνει στην Ελλάδα με την πνευματική της κληρονομιά, με πρωτεργάτες τους σκηνοθέτες Μ. Καρατζογιάννη και Χ. Θεοδωρίδη. Στην καμπάνια προώθησης της παράστασης, ο ΘΟΚ δυστυχώς μπήκε στο ίδιο τριπάκι με το διαφημιστικό τρέιλερ να τονίζει ότι «σήμερα τους επαναστατημένους τους ξεκάνουν νωρίς». Η ατάκα είναι αποσπασμένη από το κείμενο, αλλά για τον σύγχρονο προοδευτικό πολίτη παραπέμπει επίσης στις δολοφονίες του Γρηγορόπουλου, του Φύσσα και του Ζακ. Ταυτόχρονα, πατάει στο βαθύτερο βίωμα της πρότασης που ακούγεται σε κηδείες όταν πεθαίνει νέος άνθρωπος, ότι «ο Θεός παίρνει τους καλύτερους νωρίς».
Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται και οι συντελεστές της παράστασης που καλούνται να την υποστηρίξουν με συνεντεύξεις στα κανάλια. Έλα όμως που η ίδια η Αναγνωστάκη, σπουδαία και τίμια στο καλλιτεχνικό της όραμα, αντιστέκεται με σκληρή ειρωνεία στην παραχάραξη: η Σοφία πεθαίνει σε μια αγοραπωλησία ναρκωτικών που πήγε στραβά κι όχι από αδέσποτη σφαίρα αστυνομικού, όπως θα διαδώσουν οι επιζώντες σε μια απόπειρα κατασκευής νοήματος.
Προς τιμή του, ο Θ. Γεωργίου στη σκηνοθεσία του δεν επιχείρησε να «επικαιροποιήσει» το έργο, να κάνει μάθημα στους θεατές με σηκωμένο το δάχτυλο, να απαλύνει τους τόνους, να αραιώσει την αίσθηση του παραλόγου ή να προσδώσει στο φινάλε επικολυρικές σημάνσεις. Πολύ σωστά δεν φλυάρησε ιδιαίτερα με τις ζωντανές ηχογραφήσεις και τις μαγνητοταινίες (καθώς οι θεατές έχουν δει πια σήμερα τέτοιους πειραματισμούς που φτάνουν για δέκα ζωές) κι έφτιαξε εντυπωσιακές εικόνες, όπως εκείνη με το άνοιγμα στον εξωθεατρικό χώρο, που εδώ λειτούργησε άψογα σε όλα τα επίπεδα.
Δεν κατάφερε όμως να καθοδηγήσει τους άξιους ηθοποιούς τους με τρόπο που να παίζουν όλοι στο ίδιο έργο, ούτε με έπεισε ότι είχε κάτι προσωπικό να πει, όπως στο αξέχαστο «Μινέττι» του Μπέρνχαρντ που είχε σκηνοθετήσει πριν μερικά χρόνια.
Ελεύθερα, 22.2.2026