Ο γιος του ιδεολόγου και αγωνιστή της Αριστεράς, του συνονόματου πατέρα του, Νίκου Μπελογιάννη, που είχε εκτελεστεί το 1952 στο Γουδί, και της Έλλης Παππά, δημοσιογράφου και συγγραφέα, ανιψιός επίσης της Διδώς Σωτηρίου, που τον μεγάλωσε σαν δικό της παιδί μέχρι τα δώδεκά του χρόνια, πέθανε την προηγούμενη Κυριακή όπως είχε επιλέξει να ζήσει: Χωρίς «βάρη».

Με είχε πάρει τηλέφωνο την επόμενη μέρα αφότου είχαμε κάνει τη συνέντευξή μας – Ιανουάριος 2019. Υπέθεσα -όπως οι περισσότεροι- πως θα ‘θελε κάτι να δει στα λόγια του, ίσως να αλλάξει κάποιες εκφράσεις, να «διορθώσει» ή να αφαιρέσει άλλες. Αντιθέτως. «Μου είχατε φέρει κάποια κουλουράκια από έναν φούρνο στο κέντρο…». «Σωστά. Δεν σας άρεσαν;». «Τα πέταξα. Γιατί μετά είδα το όνομα του αρτοποιείου, αφότου φύγατε. Αυτό είναι το φαίνεσθαι. Μέσα από αυτό γίνεται ξέπλυμα χρημάτων από διακίνηση πορνείας. Μην αγοράσετε ξανά από το συγκεκριμένο». «Σύμφωνοι, δεν το ‘ξερα. Για τη συνέντευξή σας θέλετε κάτι;». «Απολύτως τίποτα. Κανείς δεν θα την θυμάται την επόμενη μέρα». 

Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν από εκείνους τους «γόνους» (ευχή και κατάρα να έχει ίδιο όνομα και επώνυμο με τον ήρωα της Αριστεράς μπαμπά του) που κατάφερε να βάλει ο ίδιος τα όρια της προδιαγεγραμμένης (;) πορείας του σ’ αυτό, να είναι σαφής στα «ναι» και στα «μπορεί» του, μα κυρίως στα «όχι» του που θα ξεστόμιζε ουκ ολίγες φορές στους καπηλευτές μιας ιστορίας που ο ίδιος -αστειευόμενος- έλεγε πως είναι μέρος της μόνο ακούγοντας το σφύριγμα του τρένου μέσα από τη φυλακή όπου ήταν έγκλειστος από κούνια, μαζί με την μαμά του, την ηρωίδα της Αντίστασης, Έλλη Παππά (χάρις στον μικρό Νίκο, είχε γλιτώσει κι εκείνη τον ντουφεκισμό). Ο μόνος λόγος που θέλησε εκείνο το πρωινό να συναντηθούμε στο διαμέρισμά του ήταν επειδή με θυμόταν από μία παλαιότερη συνέντευξή μας, προ εικοσαετίας, με τη θεία του, την γυναίκα εκείνη που ουσιαστικά τον μεγάλωσε, τη συγγραφέα Διδώ Σωτηρίου – «μου έλεγε να μην σνομπάρω τους νέους, και ιδιαίτερα τους αναγνώστες της, κι αυτό προσπαθώ να ακολουθώ, αν και εγώ δεν νομίζω να έχω κάτι ιδιαίτερο να σας πω». Ήταν ημέρες εκλογών. Κάτι είχα πει για τον -υποψήφιο- Πλουμπίδη, για τον γιο του Ζαχαριάδη που θα συναντούσα αλλά κάτι είχε στραβώσει τελευταία στιγμή – με άκουγε στωικά. «Μονοκούκι θα βγαίνατε αν ήσασταν υποψήφιος», του είχα πει. Χαμογέλασε και βγήκε στο μπαλκόνι. «Δηλαδή, τι; Να γίνει μια δυναστεία της Αριστεράς; Και μόνο στη σκέψη είναι αποκρουστικό! Να γίνω ένας Γιωργάκης ή ένας Κούλης; Προς θεού! Θα ήταν απεχθές…».

Ο Νίκος Μπελογιάννης -ο υιός- ήταν, πράγματι, η εξαίρεση στον κανόνα της σήψης που ολοένα και παίρνει υπερμεγέθεις διαστάσεις ντροπής εκεί όπου θα έπρεπε να ιεραρχείται μία ευγενής, αξιοπρεπής -τουλάχιστον- στάση. Κυρίως, ο σεβασμός. Η αποστασιοποίηση και ο διαχωρισμός από ό,τι πράγματι υπήρξε αλλά δεν ανήκε στον επίγονο παρά μόνο κατ’ όνομα, ήταν αυτό που χαρακτήριζε εκείνον που θα μπορούσε απλώς να περιφέρει ένα όνομα τόσο σημαντικό όσο και η σύγχρονη ιστορία της Αριστεράς στην Ελλάδα – τι εκμετάλλευση, τι χαμερπής στάση για έναν Μπελογιάννη απλώς να καρπώνεται. Απομακρυσμένος, άλλωστε και ο ίδιος: Από την Αριστερά, τους «συντρόφους», τις κομματικές γραμμές κυρίως, την είσπραξη σταθερών χρημάτων από βουλές και ευρωβουλές -επί του πρακτέου-, απλώς και μόνον προσελκύοντας μερικά επιπλέον ψηφαλάκια. Γι’ αυτό τον εκτίμησα. Γι’ αυτό και δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω -ή να μου δώσει μια πειστική απάντηση σ’ αυτό- αν ήταν στο χέρι του να επέλεγε, θα διάλεγε πάλι να φέρει το όνομα «Νίκος Μπελογιάννης»; 

Τα τελευταία χρόνια αυτή η δουλειά με έφερε απέναντι σε πολλούς επίγονους – ανθρώπους που καρπώνονταν οικονομικά, ηθικά και ουσιαστικά κάτι που οι ίδιοι δεν θα επέλεγαν ποτέ ως στάση ζωής, απλώς και μόνον για να είναι κάτι που από τύχη υπήρξαν, μία τυχαία συνέχεια του DNA. Ελάχιστοι στέκονταν στο ύψος των γεγονότων, συνεχιστές και τίμιοι κληρονόμοι σ’ ό,τι είχε προηγηθεί. Ελάχιστοι αντιλαμβάνονταν την ευθύνη και το μέγεθός του παρελθόντος – κυρίως, πλακώνονταν οι περισσότεροι από ένα «βάρος» ασήκωτο που αν και υποκρίνονταν πως σέβονταν, αν εξαιρέσει κάποιος το μέρος των πνευματικών δικαιωμάτων που εισέπρατταν ανελλιπώς, θα προτιμούσαν να το είχαν αποποιηθεί και να «απελευθερώνονταν». Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν αλλιώς: «Ήδη, από τα δεκατρία μου χρόνια, είχα αποφασίσει πως θα γίνω χημικός». «Άλλοι θα «αξιοποιούσαν» αυτό το επώνυμο…». «Ναι, φυσικά. Εγώ δεν ήθελα να κάνω τέτοιο πράγμα – ήξερα πως η πολιτική είναι σκέτη μπόχα. Όπως επίσης δεν ήθελα να ασχοληθώ ούτε με την συγγραφή, ούτε με την δημοσιογραφία – για να μην γίνονται συγκρίσεις». 

Στις μέρες ντροπής που ζούμε -ένθεν κι εκείθεν- για μέρες μετά τη συνάντησή μας σ’ εκείνο το διαμέρισμα στου Ζωγράφου με τις γάτες και τις ελάχιστες οικογενειακές φωτογραφίες στα ράφια της μεγάλης βιβλιοθήκης, αυτά τα λόγια του Μπελογιάννη, αυτή την ιστορία, τα σκεφτόμουν για πολύ καιρό μετά – προς συνειδητοποίηση και ρεαλιστική θεώρηση μιας πλάνης που μπορεί να σε σφίξει μέχρι το τέλος της ζωής σου σαν μέγγενη στο λαιμό αν δεν θέσεις εξαρχής μπροστά σου την ορθότητα των πραγμάτων: «…Είχαμε φροντίσει, θυμάμαι, να κάνουμε διπλή πολιτική κηδεία στην Κοκκινιά, στο Γ’ Νεκροταφείο -και του πατέρα μου και της μητέρας μου μαζί- διότι και τον πατέρα μου τον είχαν πετάξει σ’ ένα λάκκο – μετά από τρία χρόνια πήγε η μάνα του, τον ξέθαψε και τον έθαψε στον τάφο που είναι σήμερα, οπότε ουσιαστικά δεν είχε κηδευτεί ποτέ. Στο ΚΚΕ δεν ήξεραν ότι θα τον κηδεύαμε εμείς – μαζί με την κηδεία της μητέρα μου. Και βγάλανε φιρμάνι να μην πατήσει κανείς! Βάλανε στα ψιλά “κηδεύεται σήμερα η Έλλη Παππά”, χωρίς τόπο, χωρίς χρόνο, χωρίς τίποτα. Μας ήρθε πολύ ωραία αυτό και διαρρεύσαμε εντέχνως ότι θα κηδευτεί πλάι στον σύντροφό της. Στην κηδεία, λοιπόν, εμφανίζεται ένα στεφάνι, με κατακόκκινη κορδέλα και χρυσά γράμματα “η κεντρική επιτροπή του ΚΚΕ”, που είχε, όμως, άσπρα χρυσάνθεμα – σημειολογία του σταλινισμού, ότι η Έλλη, ως ρεβιζιονίστρια, ήταν ανάξια να έχει κόκκινα γαρύφαλλα. Από τότε, λοιπόν, σε κάθε επέτειο θανάτου της Έλλης, στις 27 Οκτωβρίου, της πηγαίνω άσπρα χρυσάνθεμα. Για να της υπενθυμίζω πόσο αφελής υπήρξε που δεν υποψιάστηκε ότι επρόκειτο για έναν στυγνό κομματικό μηχανισμό! Και για να το θυμάμαι κι εγώ…».   

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 1.11.2020.