Προτεραιότητα της κυβέρνησης η καταπολέμηση της διαφθοράς διακήρυξε χθες ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, μιλώντας σε σεμινάριο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με θέμα την Αρχή κατά της Διαφθοράς. Τόνισε, ότι η διαφθορά οδηγεί σε άρση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς και το κράτος και ενισχύει την καχυποψία. Δεν θα επιχειρήσουμε να αμφισβητήσουμε τη βούληση του Προέδρου. Θα θεωρήσουμε ως δεδομένη την πρόθεσή του για καταπολέμηση της σύγχρονης μάστιγας. Αφού, όμως, ορθώς έθιξε το θέμα της καχυποψίας, του υποβάλλουμε ευθέως: Ξεκίνα από τους κορυφαίους θεσμούς για να διαλύσεις την καχυποψία!

Αν πραγματικά θέλει να διαλύσει την καχυποψία μεγάλης μερίδας της κοινωνίας, καταρχάς, οφείλει να εστιάσει σε ένα θεσμό, αυτόν της Νομικής Υπηρεσίας. Όχι βεβαίως επειδή θεωρούμε πως εντός του κεφαλαιώδους σημασίας αυτού θεσμού υπάρχουν διεφθαρμένοι. Αλλά επειδή, δικαιολογημένα ή μη, οι επικεφαλής της αντικρίζονται με μεγάλη καχυποψία από πάρα πολλούς.

Ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι υπήρξαν υπουργοί της προηγούμενης κυβέρνησης, η οποία κουβαλάει πολλές αμαρτίες. Κυρίως, τη μέγιστη του διασυρμού της Κύπρου διεθνώς με το σκάνδαλο των χρυσών διαβατηρίων. Είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι, μεγάλη μερίδα της κοινωνίας θεωρεί ότι ο διορισμός Σαββίδη-Αγγελίδη δεν δύναται να διαλευκάνει το περιώνυμο σκάνδαλο. Ακριβώς, λόγω της συμμετοχής των δύο στο Υπουργικό Συμβούλιο, που αποφάσισε χιλιάδες παράνομα διαβατήρια. Αυτή την εντύπωση της κοινής γνώμης δεν χρειάζεται πολύ για να διαπιστωθεί. Μια βόλτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι αρκετή.

Εύλογα κάποιος μπορεί να θέσει το ερώτημα «καλά, επειδή μπορεί κάποιοι να έχουν αυτή την εντύπωση, πρέπει οι διορισθέντες να φύγουν;». Κάποιες φορές, μια εντύπωση που προκαλεί καχυποψία είναι δυνατόν να αποβεί πλήρως καταστροφική για κάποιο υψηλό στόχο. Από την στιγμή κατά την οποία οι επικεφαλής της Ν.Υ. συνοδεύονται από τόσο έντονη καχυποψία (ορθώς ή αδίκως) τότε καταλήγουμε σε αυτό ακριβώς το οποίο έθιξε χθες ο Πρόεδρος. Δηλαδή, την άρση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και αναμφίβολα είναι άκρως καταστροφικό.

Τι μπορεί να πράξει ο Πρόεδρος ή οι κ. Σαββίδης και Αγγελίδης; Καταρχάς, διευκρινίζουμε πως ούτε ο Πρόεδρος ούτε κάποιος άλλος δύνανται να παύσουν τον Γενικό Εισαγγελέα ή τον Βοηθό του. Εκτός αν υπάρχει περίπτωση ποινικού αδικήματος, όπως συνέβη στην περίπτωση Ερωτοκρίτου. Μπορεί, όμως, ο Πρόεδρος, αν πραγματικά επιθυμεί να διαλύσει την καχυποψία και κατ’ επέκταση, απαλλαγμένος από αυτήν, να πολεμήσει την διαφθορά, να καλέσει τους δύο να παραιτηθούν. Εξηγώντας τους όλο το σκεπτικό το οποίο συζητάμε. Κάτι τέτοιο μπορεί να κριθεί άγαρμπο; Ναι. Αλλά πολιτικά ορθό και, κυρίως, αποτελεσματικό σε σχέση με ένα τόσο σοβαρό θέμα.

Οι Εισαγγελείς, σαφώς, και δεν είναι υποχρεωμένοι να παραιτηθούν. Όμως, θα βρεθούν εκτεθειμένοι στην κοινωνία, όταν ο Πρόεδρος θα τους θέσει προ των ευθυνών τους. Στην πραγματικότητα, αν αντιλαμβάνονταν το μέγεθος της ζημιάς που προκαλούν λόγω της καχυποψίας που τους συνοδεύει, έπρεπε με την ανάληψη των καθηκόντων της νέας κυβέρνησης να είχαν από μόνοι τους αποχωρήσει. Βεβαίως, κάτι τέτοιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τόση ευθιξία, στην Κύπρο αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός.

Για να γίνει ακόμη πιο καθαρό το πρόβλημα, επισημαίνουμε ότι ο Πρόεδρος εστίασε την προσπάθεια καταπολέμησης της διαφθοράς στην ανεξάρτητη Αρχή. Ανέφερε, μάλιστα, ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης εργάστηκε αποτελεσματικά και έγκαιρα μαζί με την Αρχή, για έγκριση των κανονισμών λειτουργίας της.

Δυστυχώς, το χρονοδιάγραμμα λειτουργίας της Αρχής, μόνο ενθαρρυντικό δεν είναι. Η ίδρυσή της ψηφίστηκε από την Βουλή στις 16-2-2022. Ο διορισμός των μελών της έγινε στις 3-3-2022. Η τελετή διαβεβαίωσης των μελών της, όμως, έγινε στις 8-7-2022 (τέσσερις μήνες μετά τον διορισμό!). Οι κανονισμοί λειτουργίας (χωρίς αυτούς δεν μπορούσε να ξεκινήσει δουλειά) της ψηφίστηκαν μόλις στις 2-12-2022! Δηλαδή, 10 μήνες μετά την ψήφιση ίδρυσης της Αρχής. Και φυσικά, μέχρι και σήμερα, δεν έχει ακόμη αρχίσει η ουσιαστική διερεύνηση (από εμπειρογνώμονες) ούτε μιας υπόθεσης από τις 80 που έχουν καταγγελθεί!

Πιο σημαντική, όμως, είναι η ουσία του έργου της. Όπως είχε εξηγήσει σε δηλώσεις του ο επικεφαλής της Αρχής Χ. Πογιατζής, εάν σε κάποια υπόθεση διαπιστωθεί ότι υπάρχει ποινικό αδίκημα θα αποστέλλεται στον Γ. Εισαγγελέα για τα περαιτέρω. «Το έργο μας τελειώνει εκεί. Ο Γ. Εισαγγελέας θα μπορεί να διατάξει πλέον ποινική ανάκριση από την Αστυνομία», είχε πει.

Εδώ επιστρέφουμε στο πρόβλημα το οποίο θίξαμε ανωτέρω. Θα καταλήγει στον ίδιο θεσμό ο οποίος αντιμετωπίζεται με καχυποψία από μεγάλη μερίδα της κοινωνίας. Ο καθένας δύναται να αντιληφθεί τι θα ακολουθήσει όποια υπόθεση δεν οδηγείται στο δικαστήριο. Και το πρόβλημα δεν θα είναι εκείνη η υπόθεση μόνο. Θα είναι η αμφισβήτηση των θεσμών, την οποία ορθώς έθιξε ο Πρόεδρος.

Τουτέστιν, για να γίνουν τα λόγια πράξεις, απαιτούνται βαρβάτες ενέργειες Πρόεδρε. Τολμάς;