«Το κατοικίδιό μου», έγραψε η δασκάλα με κιμωλία στον μαυροπίνακα. Αυτός ήταν ο τίτλος της έκθεσης που τα παιδιά της Γ΄ Δημοτικού καλούνταν να γράψουν εκείνη τη μέρα στην τάξη. Τα πλείστα έγραψαν για τον σκύλο, τον γάτο, τα καναρίνια ή τα παπαγαλάκια τους, ακόμη για χελώνες ή χρυσόψαρα στη γυάλα. Η έκθεση της Δέσποινας είχε ως ήρωα τον Πάμπο τον μισιαρό. Κανένα άλλο παιδί δεν είχε αναφερθεί σ’ αυτή τη μικρή σαύρα, το σαμιαμίδι, που κάποιοι βρίσκουν χαριτωμένη, ενώ για άλλους είναι άκρως απεχθής, όταν εμφανίζεται τα θερινά βράδια με το άναμμα της λάμπας, στα μπαλκόνια ή μέσα στο σπίτι. Τη μέρα κουρνιάζει στις ρωγμές του τοίχου, κάτω από γλάστρες ή πίσω από αναρριχητικά φυτά και εκτοξεύεται σαν πας να ποτίσεις ή ν’ ανοίξεις ένα παραθύρι. Τότε οι γυναικείες κραυγές τρόμου ακούγονται σε όλη τη γειτονιά, όπως ακριβώς και στη θέα μιας κατσαρίδας, του μεγαλύτερου γυναικείου καλοκαιρινού εφιάλτη.
Στα προ-τουρκικής εισβολής χρόνια οι πλείστοι άνθρωποι ήταν εξοικειωμένοι με τον μισιαρό. «Φέρνει καλήν τύχη, μεν τον πειράζετε» έλεγαν οι παππούδες που μας τον φούμιζαν και τον σύστηναν ως το καλό στοιχειό του σπιτιού. Η παρουσία του, προμήνυε τον ερχομό του καλοκαιριού, αφού έβγαινε από τη χειμερία του νάρκη, πιάνοντας τις βόλτες στους τοίχους και στα ταβάνια των σπιτιών, καταβροχθίζοντας κουνούπια και άλλα έντομα.
Τη νύχτα που όλοι στο σπίτι κοιμόντουσαν, μια μικροσκοπική λάμπα σαν επέκταση της ασημένιας Παναγίας στον τοίχο, έριχνε ένα λυκόφως στο δωμάτιο της μικρής Δέσποινας. Διέκρινε τότε τον Πάμπο αραχτό ανάποδα στο ταβάνι. Συχνά κατέβαινε χαμηλά στον τοίχο, πλησίαζε το κρεβάτι της, σηκώνοντας το χεράκι του για να τη χαιρετήσει με την παλάμη ανοιχτή. Τα χέρια του είχαν μικροσκοπικές λάμες, που σαν βεντούζες του επέτρεπαν να σκαρφαλώνει σε οποιαδήποτε επιφάνεια και να κόβει βόλτες σαν υπνοβάτης στα ψηλά, περιμένοντας στωικά κάποιο θήραμα για να του ορμήσει.
Τα βράδια στη βεράντα εμφανιζόταν σαν τον φάντη μπαστούνι στο άναμμα μιας λάμπας, που τραβούσε γύρω από το φωτοστέφανό της τα έντομα. Τα σαμιαμίδια, αξιοθαύμαστοι κυνηγοί, με ένα σάλτο, όχι όμως μορτάλε, αρπάζουν τα έντομα στον αέρα. Κάποτε εκτοξεύονται αρκετά εκατοστά μακριά, για να γραπώσουν μια αμέριμνη πεταλούδα της νύχτας. Και αφού φάνε και χορτάσουν, βλέπεις στο διάφανο αραχνοΰφαντο δέρμα τους, με τις μικροσκοπικές φολίδες, ένα μικρό σκούρο σβόλο, από τα έντομα που καταβρόχθισαν.
Άρεσε στη Δέσποινα η ικανότητά του να αλλάζει χρώμα, ανάλογα με την επιφάνεια στην οποία βρισκόταν, αλλά και ο τρόπος που την κοιτούσε σιωπηλός με τα κυκλικά, σαν κρίκο μάτια του. Μετά από μακρά απουσία, επέστρεψε στο ταβάνι και στον γλόμπο της βεράντας, ακολουθούμενος από τρία νεογνά μισιαρούδκια. Ο Πάμπος έγινε μητέρα, οπόταν και μετονομάστηκε σε Παμπίτσα, ενώ τα μωρά μεγαλώνοντας απέκτησαν το μπόι της μητέρας τους. Η γιαγιά δεν τους ξεχώριζε, αλλά η Δέσποινα αναγνώριζε τη μισιαρίνα, αφού όποτε την πλησίαζε, σήκωνε το μπροστινό της πόδι για να τη χαιρετήσει.
Λένε πως οι σαύρες είναι βουβές, αλλά η δική της μισιαρίνα έβγαζε ένα παράξενο ήχο σαν «κα-κα-κα» κι έτρεχε με τα μικρά της να εξαφανιστούν, κάθε φορά που έρχονταν για περιοδεία στην αυλή της, οι γάτοι της γειτόνισσας της Αγγελικής. Ο Ετζεβίτ με το μικρό μουστάκι και ο Κίσινγκερ με την τεράστια κεφάλα. Μια μέρα η Δέσποινα βρήκε στο στόμα του πρώτου να αιωρείται η μισιαρίνα της. Κι εκεί που ο γάτος ήταν έτοιμος να την καταβροχθίσει, ιδού το θαύμα της αυτοτομίας. Με το εκούσιο κόψιμο της ουράς της, απελευθερώθηκε και έτρεξε να κρυφτεί. «Ο θυσιάζων την ουράν σωθήτω»! Η κομμένη ουρά προχωρούσε μόνη της στρέφοντας προς αυτήν τα ραντάρ του Κίσινγκερ που έτρεξε να βοηθήσει τον φίλο του τον τούρκο. Ως εκ θαύματος, η κομμένη ουρά της Παμπίτσας αναπληρώθηκε σύντομα με μια καινούργια, όχι τόσο μεγάλη και όμορφη όπως την προηγούμενη, εξ ου και πήρε δικαίως το επώνυμο, Παμπίτσα, η Κοψονούρα.
Αν και οι μισιαροί σπανίζουν πλέον στα σύγχρονα σπίτια και διαμερίσματα, υπάρχουν πάντα. Προϋπήρχαν της ανθρώπινης ζωής και θα υπάρχουν ακόμη και όταν εμείς θα έχουμε φύγει από τη ζωή. Θα ξαπλώνουν νωχελικά σε μια πλαφονιέρα ή γλόμπο, σε μια ρωγμή του τοίχου, πίσω από τη ρωγμή του χρόνου, ενώ σύμφωνα με τους νόμους της φύσης τα καλοκαίρια θα βγαίνουν για κυνήγι, εξισορροπώντας έτσι το οικοσύστημα που ο άνθρωπος με τόση αδιαφορία και εγωκεντρισμό καταστρέφει, στραμμένος μόνο στην υπερκατανάλωση και το οικονομικό κέρδος που αυτή αποφέρει, χωρίς να σέβεται το περιβάλλον και τη μητέρα γη που μας γέννησε και μας θρέφει.
Καλό καλοκαίρι, οι μισιαροί ξανάρχονται!
dena.toumazi@gmail.com