Στις 29/2/2020, στο οδόφραγμα της Λήδρας, κατά τις διαδηλώσεις κάποιων ομάδων ενάντια στο κλείσιμο οδοφραγμάτων λόγω του κορωνοϊού, ένας διαδηλωτής κτύπησε έναν φαντάρο. Πέρασαν πάνω από τρία χρόνια και η δίκη του ακόμα να αρχίσει. Αναβλήθηκε καμιά δεκαριά φορές και είναι ορισμένη ξανά για την ερχόμενη Τετάρτη.
Παρόλο που το γεγονός είχε πολιτικό υπόβαθρο κανένας δεν μίλησε για ρατσισμό / εθνικισμό ή εθνομηδενισμό. Ήταν ένα κοινό έγκλημα. Η όποια πολιτικοποίηση του επεισοδίου έγινε από τους ίδιους ανθρώπους που σήμερα πολιτικοποιούν τα πάντα, ακόμα και την κοινωνική βία, για να παρουσιάζουν τους Ελληνοκύπριους μαζικά ως ρατσιστές και εθνικιστές.
Όπως έκανε προχτές, για το επεισόδιο της Αγίας Νάπας, η Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή, υπουργός της Κυπριακής Δημοκρατίας και για πολλά χρόνια εκπρόσωπος των δικαίων της ελληνοκυπριακής κοινότητας στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Η οποία δεν αποφάσισε μόνο ότι οι συλληφθέντες δράστες είναι «ανθρωποειδή, ανεγκέφαλοι, άνανδροι, ρατσιστές, εθνικιστές, σεξιστές», αλλά ότι είναι και οι γονείς τους «σίγουρα, εξίσου φασίστες ρατσιστές εθνικιστές». Και οι παππούδες τους, και τα ξαδέλφια τους, και οι γείτονες τους και όλοι!
Ενώ το επεισόδιο στη Λήδρας έγινε μπροστά στις κάμερες, ο δράστης ομολόγησε δημοσίως, οι «φίλοι του», κατηγορούσαν όσους τον έκριναν για την πράξη του ότι στοχοποιούν έναν αγνό πατριώτη, που έκανε απλώς ένα λάθος και το μετάνιωσε. Ούτε μεθυσμένος ήταν, ούτε ήθελε να δείξει τον αντρισμό του. Απλώς έχασε λίγο τον έλεγχο από το πάθος για την αδικία που έκανε η κυβέρνηση να κλείσει τα οδοφράγματα… Δηλαδή, ακόμα και μια πράξη του κοινού ποινικού δικαίου πρέπει να δικαιολογηθεί, να μην οδηγηθεί στο δικαστήριο, να μην γράψουν γι΄ αυτό οι εφημερίδες, διότι ο δράστης είναι «δικός μας».
Στις 5 Μαΐου 2017, μια ομάδα κουκουλουφόρων επιτέθηκε και προκάλεσε επεισόδια σε μια εκδήλωση στη Λεμεσό με θέμα «η Αριστερά μπροστά στην επανένωση και μπροστά στη Διχοτόμηση». Πρόσφατα κρίθηκε από το δικαστήριο ένοχος ως καθοδηγητής των επεισοδίων ένας δικηγόρος, ο Παναγιώτης Κλεοβούλου. Αυτά τα επεισόδια ήταν πολιτικά. Ρατσιστικά και εθνικιστικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Σε μια πολιτική εκδήλωση επιτέθηκαν κάποιοι, που διαφωνούσαν, για να τρομοκρατήσουν, με καθαρά πολιτικούς στόχους.
Πριν λίγες μέρες ένας Τούρκος υπήκοος επιχείρησε να εισέλθει στις ελεύθερες περιοχές κι όταν τον σταμάτησαν οι αστυνομικοί στο οδόφραγμα τους επιτέθηκε και τραυμάτισε τρεις. Μία γυναίκα αστυνομικός διακομίστηκε στο νοσοκομείο όπου διαγνώστηκε ότι υπέστη ρήξη ώμου. Δεν είπε κανένας ότι ήταν ρατσιστική, εθνικιστική ή σεξιστική βία. Παρότι, ο Τούρκος ως ρατσιστής / εθνικιστής μπορούσε να πιστεύει ότι ως υποδεέστεροι οι Ελληνοκύπριοι αστυνομικοί δεν εδικαιούντο να τον σταματήσουν. Και ως σεξιστής ότι δεν εδικαιούντο ούτε οι δυο αστυνομικίνες να του ζητούν ταυτότητα. Αλλά, το επεισόδιο δεν έχει σχέση με αυτά. Είναι του κοινού ποινικού δικαίου και γι΄ αυτό θα δικαστεί ο Τούρκος εισβολέας.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να βάζουμε την κοινή λογική να διακρίνει τις διαφορές. Η ισοπέδωση όλων των γεγονότων με βάση τις ιδεοληψίες μας δεν οδηγούν σε κοινωνική και πολιτική ειρήνευση. Ούτε μπορούμε να έχουμε κοινό μέλλον Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι αν κάθε φορά που αποδίδουμε ένα επεισόδιο στη σφαίρα του ρατσισμού / εθνικισμού, ακόμα και της γνωστής νυκτερινής κραιπάλης της Αγίας Νάπας.
Δεν γίνεται, δηλαδή, να αντιμετωπίζεται με την ίδια λογική και να του δίνεται το ίδιο βάρος, το γεγονός ότι ένας Ελληνοκύπριος κρατείται όμηρος στα κατεχόμενα από τον Μάρτιο, διότι το κατοχικό καθεστώς αναζητεί τον αδελφό του, που έχει διαφορές με Τουρκοκύπριο, με το γεγονός ότι οι Αρχές της Δημοκρατίας συνέλαβαν τον Τούρκο που επιτέθηκε στους αστυνομικούς.
Ούτε έχει την ίδια σημασία το γεγονός ότι ένας ηλίθιος, ένας μόνος του, πήγε κι έγραψε με σπρέι ένα σύνθημα στο περιτοίχισμα ενός τζαμιού στη Λάρνακα, με το γεγονός ότι η Εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην κατεχόμενη Κερύνεια (κτίσμα του 1850), μετατράπηκε σε μουσείο και το κατοχικό καθεστώς ζωγράφισε τις σημαίες της Τουρκίας και του ψευδοκράτους στις δυο πλευρές της εισόδου.
Επειδή, ούτως ή άλλως ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει -και δικαιοσύνη δεν υπάρχει ενόσω η Κύπρος βρίσκεται υπό κατοχή- επεισόδια μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ή Τούρκων, θα τα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Είναι, όμως, τόσο αραιά (αποδείχτηκε τα τελευταία 20 χρόνια, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων), πολλά εντελώς προσωπικά και χωρίς σχέση με την πολιτική / στρατιωτική διαφορά μας, που είναι κρίμα να τα διογκώνουμε και να τους δίνουμε πολιτική και εθνικόμορφη υπόσταση. Τουλάχιστον, να μπορούμε να τα ξεχωρίζουμε, αν πράγματι θέλουμε να τα εκμηδενίσουμε.