Η πρόσφατη καταδίκη του δικηγόρου Παναγιώτη Κλεοβούλου καταδεικνύει ότι η Δικαιοσύνη είναι αμείλικτη ακόμη και για τους συλλειτουργούς της, την ώρα που σε αρκετές περιπτώσεις τα Δικαστήρια δέχονται έντονη κριτική για τις αποφάσεις τους. Οι καταδίκες τριών δικηγόρων από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού τον τελευταίο χρόνο, στέλνουν μήνυμα προς πολλούς αποδέκτες, την ώρα που η κοινωνία βάλλεται από παντού. Είναι κοινά αποδεκτό πλέον ότι η εγκληματικότητα καλπάζει, η διαφθορά αφθονεί και η βία έχει πνίξει τους νέους μας, που με το παραμικρό ξεσπούν σε εγκληματικές πράξεις και συμπεριφορές. Την ίδια ώρα, τα Δικαστήρια με τις αποφάσεις τους οφείλουν να στείλουν το δικό τους μήνυμα προς την κοινωνία, ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος τριών δικηγόρων αποτελούν σημείο αναφοράς ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι αμείλικτη για όλους. Ενδεικτικό του πιο πάνω, η πρόσφατη απόφαση του δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Χρίστου Ρασπόπουλου, ο οποίος καταδίκασε τον δικηγόρο, Παναγιώτη Κλεοβούλου σε άμεση ποινή φυλάκισης 10 μηνών για αδικήματα οχλαγωγίας, πρόκλησης ή διέγερσης βιαιοπραγίας, πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, κτλ.«Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε και θα εξυπηρετούσε του πολλαπλούς σκοπούς της ποινής», τονίζεται στην απόφαση.

Μεταξύ άλλων σημειώνεται ότι «το ώριμο της ηλικίας του αλλά και η ιδιότητα του ως συλλειτουργός της Δικαιοσύνης, έπρεπε να επενεργήσει ώστε να απέχει από τις επαίσχυντες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε». Επίσης, γίνεται αναφορά ότι «η συμπεριφορά του κατηγορούμενου που είχε ως συνέπεια την πρόκληση αισθημάτων ανασφάλειας σε σημαντικό αριθμό ατόμων, το πλήγμα που επέφερε στις δημοκρατικές αξίες και στα ανθρώπινα δικαιώματα, η εγγενής σοβαρότητα των παράνομων πράξεων του, η ανάγκη για γενική αποτροπή και η πλήρης απουσία στοιχείων μεταμέλειας επικυριαρχούν και υπερφαλαγγίζουν κάθε ελαφρυντικό στοιχείο».

Στο ίδιο μήκος και η απόφαση της δικαστού, Στέφης Βασιλείου, η οποία καταδίκασε τον περασμένο Οκτώβριο τον δικηγόρο Ανδρέα Κυπρίζογλου σε άμεση ποινή φυλάκισης 9 μηνών για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού επίσημου εγγράφου του Δικαστηρίου Λεμεσού. «Η σοβαρότητα των αδικημάτων επαυξάνεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα αυτά εκτελώντας το λειτούργημα του δικηγόρου, όσο και από τη φύση του πλαστού εγγράφου που κατάρτισε με σκοπό την καταδολίευση αφού επρόκειτο για δικαστική απόφαση». Σε άλλο σημείο της απόφασης υπογραμμίζεται ότι «οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος, ουδόλως συνάδουν με την τιμιότητα με την οποία ένας δικηγόρος αναμένεται να εκτελεί τα καθήκοντα του. Οι ενέργειες του δείχνουν έλλειψη σεβασμού ως προς τον θεσμό της Δικαιοσύνης, που πρέπει να διατηρείται σε υψηλό επίπεδο».

Άλλη μια σοβαρή καταδικαστική απόφαση σε βάρος δικηγόρου είναι αυτή της δικαστού Μαριλένας Θεοκλήτου, η οποία καταδίκασε τον περασμένο Σεπτέμβριο τον δικηγόρο Ηλία Ηλία, σε 12 μήνες φυλάκιση για πλαστογραφία επίσημου εγγράφου – φακέλου υπόθεσης του δικαστηρίου. Στην απόφαση επισημαίνεται, «οι ενέργειες του κατηγορούμενου δεν συνάδουν καθόλου με τον τίμιο και ορθό τρόπο που ένας δικηγόρος αναμένεται να εκτελεί τα καθήκοντα του. Οι ενέργειες του δείχνουν παντελή αδιαφορία για το βάρος της ευθύνης που η ίδια η ιδιότητα και το λειτούργημα του ως δικηγόρου επέβαλλε να επιδείξει». Υπογραμμίζεται ακόμη ότι τέτοιου είδους ενέργειες, κλονίζουν την εμπιστοσύνη του κοινού στο κύρος και την αξιοπιστία του δικηγορικού επαγγέλματος.

Οι τρεις δικαστικές αποφάσεις σε βάρος τριών δικηγόρων, προφανώς και στέλνουν μηνύματα προς όλους τους υπόλοιπους αλλά και προς την ίδια την κοινωνία. Μόνο με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές μπορεί να δοθεί το μήνυμα ότι τέτοιους είδους συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν αποδέκτες. Από την άλλη και οι λειτουργοί των μέσων ενημέρωσης οφείλουμε να καταγράφουμε τέτοιες αποφάσεις, μεταφέροντας το ίδιο μήνυμα προς την κοινή γνώμη.