Ήταν η ημέρα της κηδείας. Ιούλιος του ‘73 στην Κύπρο. Πολύ έκαιγε μες τη ψυχή μου η ζέστη. Το μοιρολόι της γιαγιάς Σταυρούλας, έξω στη βεράντα, έσκιζε ό,τι μέσα μου υπήρχε. Τα τζιτζίκια, συμμετείχαν και αυτά στον θρήνο, μ’ έναν ασταμάτητο, ανυπόφορο ήχο που ερχόταν από τα σκονισμένα κυπαρίσσια στον παράδρομο. Ακόμα τα ακούω, βασανιστικά, στον ύπνο και στο ξύπνιο μου.
Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη να φτιάξω τη γραβάτα μου. Πώς την έδεσα τόσο γρήγορα, καθόλου δεν θυμάμαι. Μάλλον έτσι θα γεννήθηκα, σκέφτηκα. Γραβατωμένος.
Ούτε και πώς βρέθηκε κομμένο και ραμμένο επάνω μου εκείνο το σκούρο γκρι κουστούμι, μέσα στο κατακαλόκαιρο, δεν πάει ο νους μου.
«Προχθές πέθαν’ ο μπαμπάς. Πως πρόλαβαν, τόσο γρήγορα, να με ντύσουν άνδρα;», αναρωτήθηκα.
Λόγια της πίκρας, που πήγαν ν’ ανέβουν στο στόμα και να γίνουν κραυγή. Σταμάτησαν, όμως, εκεί όπου σταματούν πάντα και στοιβάζονται ανεξέλεγκτα τα μύρια απωθημένα μου.
Ήθελα να ακουστώ, αλλά ήξερα πως δεν ήταν κανείς εκεί ν’ ακούσει.
Κι’ όμως. Τον 15χρονο έφηβο που στεκόταν εκείνη τη στιγμή εκεί, απέναντί μου, με τη μαύρη γραβάτα δεμένη σε κόμπο ανυπόφορο, και τα μάτια τόσο άψυχα, αλλά και τόσο απορημένα, εγώ τον είχα ξαναδεί έτσι. Μα έτσι ακριβώς, λέμε.
Πιο παιδί ακόμα, δέκα χρόνια πριν. Με το ίδιο νεκρό βλέμμα…
**********
Ροδεσία, 1963. Σ’ ένα σπίτι οικογενειακών φίλων στο Σόλσμπερι, φορούσα πάλι κουστούμι και γραβάτα. Μόνο που, ετούτη τη φορά, ήταν για να πάω «πρωτάκι» στο σχολείο. Όχι σε κηδεία.
Το συναίσθημα, όμως, και στις δύο περιπτώσεις, ίδιο ήταν για μένα. Μια άδεια απορία, που πονούσε πολύ.
Είδα τη μάνα μου στον καθρέφτη, να καμαρώνει ανεξήγητα. Σκληρό πολύ το πρόσωπό της, μ’ έπνιγε. Λίγο πιο πάνω από τον κόμπο της μωβ γραβάτας μου, ένας άλλος κόμπος, στο λαιμό, με το ζόρι συγκρατούσε τον ποταμό από δάκρυα που πίεζε να βγει.
«Να δεις, θα σού αρέσει, αγόρι μου», έλεγε αγέρωχα εκείνη. «Και θα’ σαι ο καλύτερος, πάντα είσαι».
Ο μπαμπάς ήταν πιο πίσω. Έξω από το κάδρο του καθρέφτη, αλλά τον αισθανόμουν πιο κοντά. Ήλπιζα στην αδυναμία του. Ήξερα πως έκλαιγε και εκείνος μέσα του, και βλαστημούσε μαζί. Κρατιόταν, όμως, για να μη καταρρεύσω κι εγώ μαζί του.
«I don’t want to go», είπα χαμηλόφωνα όταν η μαμά μού’ δωσε ένα φιλί στο μάγουλο, και έκανε «έλα, ήρθε η ώρα».
Ο μπαμπάς είχε κιόλας ξεκινήσει τη μηχανή του αυτοκινήτου, που γρύλλιζε για να σκεπάσει θαρρείς τις κραυγές μου, αν έβγαιναν. Ο ποταμός μέσα μου φούσκωνε, δίχως όμως να μπορεί να ξεχειλίσει.
**********
Η Λευκωσία έκαιγε. Ακολουθούσαμε μια πομπή αυτοκινήτων, που δεν ήξερα καν ποιοι ήσαν μέσα σ’ αυτά. Ζωντανοί; Ζωντανοί-νεκροί; Ή πεθαμένοι; Πηγαίναμε σιγά-σιγά, στην άκρη του δρόμου, κονβόι.
Πρόσεξα ότι οι οδηγοί και επιβάτες των άλλων αυτοκινήτων που μας προσπερνούσαν, έβλεπαν με περιέργεια και συμπόνια τη νεκρική πομπή, αμέσως σταυροκοπιούνταν και έστρεφαν αλλού το βλέμμα.
«Δεν θέλω να πάω», είπα στην θεία μου, τη Λίτσα, που την αγαπούσα πολύ, και την έλεγα «πρέσβειρα των ωραίων ανθρώπων», γιατί έβγαζε από τον καθένα τα καλύτερά του.
«θα το ήθελε ο μπαμπάς, αγόρι μου, να τον αποχαιρετήσεις», μου είπε, και τα μάτια της ήταν τόσο θαμπά, που ήθελα να τα φιλήσω, να καθαρίσουν.
******************
Η μνήμη σου αφαιρεί λεπτομέρειες που έχουν σημασία. Τη φωνή του, για παράδειγμα, δεν τη θυμάμαι. Τον βλέπω να μιλάει – δεν τον ακούω. Γυρεύω τα χαμόγελά του – είχε πολλά – και σκοντάφτω με κρότο στις σιωπές του. Δεν του άρεσαν τα φιλμάκια, προτιμούσε τις φωτογραφίες. Ελάχιστες οι δικές του – ο φωτογράφος ποτέ δεν φωτογραφίζεται.
Τέτοιες μέρες έφυγε. Στο πρώτο μας ταξίδι ποτέ στην Κύπρο, για να γνωρίσουμε συγγενείς και μέρη. Ήταν 43 εκείνος, και 15 εγώ…
(Προδημοσίευση από επερχόμενο πόνημά μου, αυτοβιογραφικό…)