Κατά τη μακρινή εποχή της δεκαετίας του ’60 όταν τη νύχτα η πόλη κοιμόταν, γύριζαν στους άδειους δρόμους οι παραθυράδες, «ποσιεπάζοντας» έξω από τις περσιάνες μήπως και πετύχουν κανένα ζευγάρι σε ερωτικές περιπτύξεις ή δουν καμιά γυναίκα να ξεντύνεται.
Τη μέρα, από την άλλη, ήταν συχνό φαινόμενο να βλέπεις κορίτσια να τρέχουν, φωνάζοντας τρομαγμένα, αφού πίσω από ένα θάμνο είδαν ένα επιδειξία που είχε ανοίξει την καμπαρντίνα ή τα παντελόνια του.
Στις μέρες μας δεν ακούμε πια γι’ αυτούς τους ανώμαλους, όχι πως δεν υπάρχουν αλλά είτε γιατί παρατηρούν με τα κιάλια τις γύρω πολυκατοικίες είτε απλά βγαίνουν σεργιάνι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς να πρέπει να παραφυλάνε πίσω από τα παραθύρια ή να πιάνουν τους δρόμους και τα παρκάκια. Εξάλλου, άπειρα παράθυρα τους περιμένουν ορθάνοιχτα στο Facebook, στο Instagram, στο TikTok, μέσω των οποίων οι χρήστες μοιράζονται με χιλιάδες αγνώστους τις προσωπικές και οικογενειακές τους στιγμές. Γάμους, βαφτίσεις, γενέθλια και όλες τις ιερές στιγμές που θα έπρεπε να κρατούν σαν φυλακτό, τις βγάζουν αντιθέτως στο σφυρί. Και ενώ όλα αυτά γίνονται σε στενό κύκλο, με περιορισμένο αριθμό καλεσμένων, δεν χάνουν χρόνο να τα δημοσιοποιούν ώστε να δουν οι πάντες τα μεγαλεία τους και να πάρουν λίγη από τη «λάμψη και γοητεία» τους. Αυτή είναι η νέα σύγχρονη μορφή επιδειξιομανών, παραθυράδων και ματάκηδων.
Οι Κύπριες Kardashians ανεβάζουν ρετουσαρισμένες φωτογραφίες τους με καυτά μπικίνι, διάφανα φουστάνια, μέσα από τα οποία διαγράφονται τα καλλίγραμμα σώματά τους, τα φουντωτά πλαστικά στήθη που πετάγονται έξω από το ντεκολτέ ή οι γάμπες τους που βγαίνουν από τα σχισίματα των μάξι φορεμάτων ή των σούπερ μίνι, τόσο μίνι όσο το μέγεθος μιας μπλούζας. Ντύνονται όπως η Πάολα, η trendy τραγουδίστρια και show-woman, της οποίας όμως η επίδειξη του σώματος είναι μέρος του επαγγέλματός της, «Αυτά μου είπε ο θεός, αυτά κι εγώ σου λέω/ γιατί το παίζεις μια ζωή τραβάτε με κι ας κλαίω».
Πάει η εποχή που καθόμασταν σε στάση προσευχής κρατώντας την ανάσα μας για ν’ ακούσουμε τον Μπιθικώτση, τον Μητροπάνο, τη Μαρία Δημητριάδη ή την Αρλέτα, οι οποίοι με απόλυτη σεμνότητα και ήθος μας απογείωναν με μια φωνή που έβγαινε μέσα από την ψυχή τους. Σήμερα αντί ν’ ακούς τον καλλιτέχνη τον βλέπεις να χορεύει σαν νευρόσπαστο και μια καλή φωνή από μόνη της δεν αποτελεί πλέον κριτήριο της επιτυχίας του. Ούτε θεωρείται ολοκληρωμένη ή πετυχημένη μια συναυλία ή ένα πάρτι αν δεν ανεβάσουμε φωτογραφίες μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν δεν τα μοιραστούμε με τα άγνωστα πλήθη του διαδικτύου είναι σα να μην παρευρεθήκαμε, σαν να μην τα ζήσαμε. «Με βλέπουν, άρα υπάρχω» η κοσμοθεωρία τους και μετρούν τα Like που θα πιάσουν από τους ακολούθους τους.
Κατανοούμε τα κοριτσάκια που παλεύουν για να εξασφαλίσουν μια selfie στην αγκαλιά του Ρουβά ή του Αργυρού αλλά τέτοιο παραλήρημα από τις κοριτσο-κυράτσες αποτελεί φαινόμενο κοινωνιολογικής και ψυχολογικής έρευνας. Το τραγικό είναι πως δεν μιλάμε για κορίτσια που αναζητούν ένα αληθινό πρόσωπο, προσπαθώντας να αυτοπροσδιοριστούν κατά τη δύσκολη περίοδο της εφηβείας, την ηλικία που ταλαντεύονται ανάμεσα σε δύο κόσμους, αυτόν του παιδιού και αυτόν του ενήλικα. Ταυτόχρονα δίνουν μάχη να διαχωριστούν και να αποκοπούν από το πατρικό ή το μητρικό πρόσωπο ώστε ν’ αποκτήσουν επιτέλους το δικό τους.
Πρόκειται για μεσήλικα, ώριμα υποτίθεται άτομα που τελικά δεν είναι παρά κωμικοτραγικές φιγούρες που παλιμπαιδίζουν σαν κοριτσάκια, με ψεύτικη ξανθή χαίτη, προσθετικές βλεφαρίδες, ψεύτικα ζυγωματικά, χωρίς τίποτα το αυθεντικό πάνω τους αφού ακόμη και το χαμόγελο με τα φουσκωμένα χείλη δεν είναι πια το δικό τους. Οι τραβηγμένες μέχρι την επόμενη πλαστική επέμβαση ρυτίδες, σβήνουν κάθε σημάδι έκφρασης από τα πρόσωπά τους που μοιάζουν πλέον με μάσκες ή προσωπεία.
Ποζάτες σε σκάφη, αποποιούνται ακόμη και την ανάμνηση των γιαγιάδων μας που έπλεναν σε σκάφη και των παππούδων μας που ήταν περβολάρηδες και γεωργοί. Αν αποκοπούμε από το παρελθόν και τις ρίζες μας και απαρνηθούμε τη γη και τη συλλογική μας μνήμη θα οδηγηθούμε στον απόλυτο αφανισμό, με τόσα ανδρείκελα και μαριονέττες που παίζουν σε ένα θέατρο σκιών με προβολείς, φώτα και φλας στραμμένα πάνω τους. «Δείτε με» φωνάζουν απεγνωσμένα, εκλιπαρώντας μας να στρέψουμε τα βλέμματά μας απάνω τους, εφόσον χωρίς αυτά θα πάψουν να υπάρχουν. «Δέστε με», μόνο δεμένες στα κατάρτια όπως ο Οδυσσέας θα αντιστέκονταν στο τραγούδι και στο κάλεσμα των Σειρήνων, όπως της Φουρέϊρα ή του Τσαλίκη. «Να είμαι πρίγκιπας, να είμαι και αλήτης/Να είμαι κι απρόβλεπτος σαν μετεωρίτης/Να είμαι γλυκός και τρυφερός / Μα κάπου κάπου να ’μαι κι επιθετικός». Στίχοι ασχολίαστοι, στη ζωή ο καθένας παίρνει αυτό που θέλει και του αξίζει.
Καλό Αύγουστο με ευχάριστες εξορμήσεις στη θάλασσα και στο βουνό και «καλές επιδείξεις» στους υπόλοιπους!