«Δεν ξέρω γιατί συμφώνησα να κάνουμε αυτή τη συνέντευξη», μου είχε πει καθώς άναβε ένα (ακόμα) τσιγάρο – εικόνα εντελώς παράδοξη για τα δικά μου μάτια, δεδομένου του (γνωστού) σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε και που επέβαλλε ρητά: τέρμα το κάπνισμα. Και δεν ήταν η μόνη παραδοξότητα εκείνης της μέρας, πριν από καμιά δωδεκαριά χρόνια, στο σπίτι του Κίκη Κωνσταντίνου – ναι, του γνωστού και μη εξαιρετέου. Αφού, όση ώρα μιλούσαμε, το κινητό του χτυπούσε αδιάκοπα υπό τους ήχους του γνωστού τραγουδιού του Στέλιου Καζαντζίδη: «Το μερτικό μου απ’ τη χαρά μού το ‘χουν πάρει άλλοι, γιατί είχα χέρια καθαρά και μια καρδιά μεγάλη»!
Στο σημείο αυτό ανοίγω παρένθεση για να πω κάτι, αδιαφορώντας για το πως θα εκληφθεί («άλλη μια παραδοξότητα», θα είναι το λιγότερο) ή αν παρεξηγηθώ: Τον Κίκη Κωνσταντίνου τον εκτιμώ περισσότερο από πολλούς που διαφεντεύουν τις τύχες μας τον τελευταίο μισό αιώνα. Και τούτο διότι, όσες φορές έτυχε να τον συναντήσω, πέρα από το προσεκτικό μέτρημα των λέξεων, μου έκανε πιο ντόμπρος από δαύτους. Αυτό που λέω, οι νουνεχείς το αντιλαμβάνονται πιστεύω, ποσώς δεν έχει να κάνει με τη δράση του – ναι, τη γνωστή και μη εξαιρετέα – δεδομένου ότι συγκαταλέγεται σε μια ομάδα ανθρώπων για την οποία κάποτε είχα γράψει: «Ούτε η πολιτεία είχε την θέληση και την τόλμη να τους στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά ούτε και οι ίδιοι είχαν τον ανδρισμό να βγάλουν τα περίστροφά τους και να αυτοκτονήσουν». Κλείνει η παρένθεση.
Ο λόγος που θυμήθηκα, μεταξύ πρώτης και δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής, εκείνη τη συνάντηση με τον Κίκη Κωνσταντίνου, είναι επειδή , παρόλο που έχουν περάσει 49 χρόνια από τότε, δεν τολμούμε ακόμα να θέσουμε το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων, δεν τολμούμε να σταθούμε με κριτική ματιά απέναντί στα γεγονότα – απεναντίας, συχνά ξεπλένουμε τους ενόχους ή και παραχαράσσουμε την ιστορία ή και μετερχόμαστε πολιτικούς ακροβατισμούς για να μην δυσαρεστήσουμε τις «δεξαμενές» μας – τους δε ηγέτες που μας οδήγησαν εδώ που μας οδήγησαν (καμιά πρόθεση εξίσωσης) τους θεωρούμε, η πλειοψηφία τουλάχιστον και ο καθένας από το δικό του πολιτικό μετερίζι, «ιερές αγελάδες». Ενώ, κατά την άποψή μου, τους μεν πεθαμένους θα έπρεπε να τους είχαμε «αποκαθηλώσει», τους δε ζωντανούς έπρεπε να τους είχαμε πάρει -προ πολλού- με τις πέτρες. Παραμένουμε, δηλαδή, ανώριμοι, ιδεοληπτικοί, προσκολλημένοι και αγκυλωμένοι στο παρελθόν.
Από εκείνη την ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Κίκη Κωνσταντίνου, παρόλο που κι αυτός επίσης είχε μια δυσκολία να απαντήσει ευθέως σε ορισμένες από τις ερωτήσεις μου, ξεχωρίζω ένα – δυο σημεία που, εφόσον ήταν εκ των πρωταγωνιστών στα γεγονότα, αξίζει, πιστεύω, να ανασύρω στην επιφάνεια, 50 παρά ένα χρόνια τραγωδίας. «Η ιστορία απέδειξε πως, όποτε και οποιοσδήποτε, ακόμα κι εγώ, προσπάθησε να ενεργήσει έξω από την πολιτική της ηγεσίας του τόπου και όποτε η κυβέρνηση του τόπου προσπάθησε να ενεργήσει έξω από την πολιτική της ελληνικής κυβέρνηση, αυτές οι ενέργειες ήταν καταδικασμένες σε καταστροφή και σε βάρος του κυπριακού λαού. Γι’ αυτό και η θέση μου σήμερα είναι ότι σε θέματα εθνικής πολιτικής, είμαστε υπόχρεοι να ακολουθούμε με πειθαρχία και σύνεση την εκλεγμένη ηγεσία του τόπου. Ναι, αυτή η απάντηση βεβαίως και αφορά και τη δράση της ΕΟΚΑ Β».
-Λένε ότι η μνήμη μας είναι επιλεκτική. Κι όταν κάνει αναδρομή στο παρελθόν, πολλά πράγματα τα χώνει στα βαθύτερα ντουλάπια για να μην τα θυμόμαστε. Έχετε τέτοια περιστατικά στη ζωή σας που η μνήμη σας να επιλέγει να τα κρύψει;
«Πάρα πολλά. Και υπάρχουν και άλλα που πραγματικά δεν θυμάμαι. Παρόλο που η βιολογική μου μνήμη είναι πάρα πολύ καλή και μπορεί να πάει πίσω μέχρι και την ηλικία των τριών χρόνων, εντούτοις μου υπενθυμίζουν πολύ σοβαρά γεγονότα, που συνέβησαν σε τραγικές στιγμές και δεν τα θυμάμαι καθόλου. Ήταν τόσο δυνατό το αίσθημα της απόρριψης αυτών των γεγονότων σε κάποιο στάδιο, που η μνήμη μου τα έσβησε».
Και επειδή ξεκίνησα αυτό το κείμενο μιλώντας με παραδοξότητες, ας κλείσουμε και με παραδοξότητες, μεταφέροντας αυτή τη στιχομυθία:
-[…] Είμαι εναντίον της βίας. Και εναντίον των ακροτήτων. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο…
-Ακούγεται η αλήθεια να λέγεται…
-Το ξέρω. Γι’ αυτό σας το επισημαίνω. Και ξέρετε κάτι; Ένας από τους λόγους που τάχθηκα έντονα εναντίον της βίας στα γήπεδα είναι διότι πιστεύω ότι, μέσω εκείνων των οργανωμένων ομάδων ποδοσφαίρου, μέσω των οποίων εκφράζεται η βία, είναι δυνατόν να εκκολαφθούν και άλλες μορφές βίας. Θα αποτελέσουν τον πυρήνα και την πηγή εκκόλαψης άλλων φαινομένων. Με γενικότερες κοινωνικές προεκτάσεις. Κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος μου φόβος.
-Και πολιτικές;
-Σαφέστατα!