Η Αν και ο Ζωρζ είναι ένα ζευγάρι συνταξιούχων μουσικών που έζησαν μαζί πάνω από 50 χρόνια και τώρα, στα ογδόντα +, συνεχίζουν να μοιράζονται τα πάντα.
Ένα πρωί, καθώς προγευματίζουν, η Αν μένει σιωπηλή και δεν ανταποκρίνεται καθώς ο Ζωρζ προσπαθεί να της τραβήξει την προσοχή. Κι όταν συνέρχεται δεν θυμάται το περιστατικό. Χειρουργείται, αλλά πλέον δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος. Το σώμα της, αλλά και το πνεύμα της, βρίσκονται σε πλήρη κατάπτωση και είναι απόλυτα εξαρτώμενη. Αναγκάζει τον Ζωρζ να της υποσχεθεί ότι δεν θα τη στείλει στο νοσοκομείο ούτε θα τη βάλει σε οίκο ευγηρίας.
Παρ’ όλο που η κατάσταση της υγείας της διαρκώς χειροτερεύει, αυτός τη φροντίζει με ιδιαίτερη στοργή, ενώ η κόρη τους που ζει αποστασιοποιημένη, έχει έντονη άποψη πως η μητέρα της πρέπει να λάβει επαγγελματική φροντίδα. Ο πατέρας της όμως επιμένει πως κάτι τέτοιο θα σήμαινε αθέτηση στην υπόσχεση που έδωσε στη γυναίκα του. Μια μέρα, ο Ζωρζ κάθεται δίπλα στην Αν που ουρλιάζει, προφανώς από πόνο. Της διαβάζει μια ιστορία και καθώς φτάνει στο τέλος, αρπάζει ένα μαξιλάρι και δίνει τέλος.
Η ιστορία είναι η περίληψη της ταινίας «Amour» η οποία το 2012 κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ Καννών. Χαρακτηρίστηκε ως μια συγκλονιστική ταινία για την αγάπη, τα γηρατειά, το ολοκληρωτικό δόσιμο στους αγαπημένους, την αμετάκλητη φθορά και τον θάνατο. Κι οι θεατές δύσκολα θα καταδικάσουν τον Ζωρζ. Τα όσα έχουν προηγηθεί δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για την αγάπη.
Στη ζωή όμως είναι αλλιώς. Από την ημέρα που μαθεύτηκε η αφαίρεση της ζωής της Τζάνις από τον σύζυγο της Ντέιβιντ στην Πάφο, επικαλούμενος την αγάπη του για αυτή και την επιθυμία της ίδιας να λυτρωθεί από τον πόνο, πολλοί προσπαθήσαμε να μπούμε στη θέση τους αλλά και στη θέση του Δικαστή, χωρίς να καταλήγουμε σε σαφή απάντηση. Ο Δικαστής όμως, αφού άκουσε όλες τις πλευρές, αποφάσισε: «Πολλοί άνθρωποι λυγίζουν από τις δυσκολίες της ζωής και ιδιαίτερα από τις δυσκολίες που βιώνουν, συνεπεία σοβαρών προβλημάτων υγείας που έχουν οι ίδιοι ή συγγενικά τους πρόσωπα».
Το μήνυμα, ωστόσο, προς την κοινωνία παραμένει το ίδιο: «Η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, έστω και με κίνητρο την αγάπη προς το θύμα και τη λύτρωση από τα βάσανά του, αποτελεί εκ του Νόμου παράνομη πράξη η οποία δεν είναι ανεκτή, ακόμα και στην περίπτωση που το ίδιο το θύμα επιθυμεί τη λύτρωση του». Κι η ποινή, δύο χρόνια φυλάκιση, η οποία εκτίθηκε ήδη. Και το αναμέτρημα πια με τη συνείδηση.