Δεν ξέρω πώς η ανθρωπολόγος Δάφνη Δημητρίου ερευνήτρια και συντονίστρια προγραμμάτων στο Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου (MIGS), κατάφερε να περάσει τόση τρυφερότητα, τόση ευαισθησία και τόση ψυχολογική παρατηρητικότητα (σαν μικρούς, χαμογελαστούς και αξιαγάπητους λαθρεπιβάτες), στην πολυσέλιδη ανθρωπολογική της μελέτη για τη μεταπολεμική Κύπρο – μια μελέτη κτισμένη πάνω στη λογική των δεδομένων και την επιστημονική αντικειμενικότητα, που ετοίμασε και παρουσίασε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών της σπουδών στην Πολιτισμική Ανθρωπολογία.

Έγραψε μεταξύ άλλων: «Γεννήθηκα στη μοιρασμένη πρωτεύουσα το 1992, δεκαοκτώ χρόνια μετά τη διχοτόμηση της Κύπρου, από γονείς που στην εφηβεία τους, είχαν εκδιωχθεί με τη βία, από τα σπίτια τους και εκτοπίσθηκαν εσωτερικά, στη διάρκεια του πολέμου του 1974. Τα μέλη της οικογένειάς μου, τόσο από την πατρική, όσο και από τη μητρική πλευρά, βίωσαν τη βία και το ξερίζωμα και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, έπρεπε να ξανακτίσουν τις ζωές τους σε ένα ξένο γι’ αυτούς, περιβάλλον, ως πρώην κάτοικοι παραθαλάσσιων πόλεων (της Αμμοχώστου ο πατέρας, της Κερύνειας η μητέρα), που επανεγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα, στο κέντρο του νησιού. Μεγάλωσα με επισκέψεις στη γιαγιά και στον παππού από την πλευρά του πατέρα μου, που έμεναν σε ένα από τους κυβερνητικούς  προσφυγικούς οικισμούς, τους αποτελούμενους από μικρά, πανομοιότυπα σπίτια, που η Κυπριακή Δημοκρατία έκτισε για να στεγάσει χιλιάδες άστεγες οικογένειες, μετά τον ξεριζωμό του 1974. Συνήθισα να ακούω πολλά για την Αμμόχωστο και η φαντασία μου συμπλήρωνε τα υπόλοιπα, καθώς παρακολουθούσα τον παππού μου να φροντίζει τον κήπο του μεταπολεμικού του σπιτιού, επιδιώκοντας να μην είναι ο ίδιος με τον κήπο των γειτόνων του, θέλοντας με κάποιο τρόπο να ξανακτίσει την αίσθηση του εαυτού του, στρεφόμενος στη φύση και στη διαμόρφωση του χώρου. Άλλαξε εντελώς τον κάποτε συνηθισμένο κήπο, μαζεύοντας βότσαλα από τις νότιες ακτές του νησιού, στρώνοντας με αυτά, τους εξωτερικούς χώρους και κτίζοντας έπιπλα κήπου, φτιαγμένα από πηλό, καλυμμένο με λείες πέτρες της θάλασσας.

Ως παιδί του μεταπολέμου, δεν κατάλαβα ποτέ, το κίνητρο πίσω από την επιμέλειά του να αλλάξει τον χώρο και να τον κάνει δικό του. Δεν αντιλήφθηκα τη σημασία τού να κουβαλά πέτρες από τη θάλασσα και να γεμίζει με αυτές την αυλή του, που ήταν τόσο μακριά από κάθε ακτή, αλλά ήμουν σίγουρη για το πόσο περήφανος ήταν για τον κήπο του. Μένοντας σε ένα προσφυγικό προάστιο της πρωτεύουσας, δημιούργησε ένα οικείο χώρο, φέρνοντας τη θάλασσα κοντά του, παντρεύοντας θαλασσινά στοιχεία, με ευωδιαστά δέντρα εσπεριδοειδών. Δυστυχώς δεν είχα την ευκαιρία να δω τον αυθεντικό χώρο της θάλασσας και των περιβολιών…».