Χθες έφυγα για μονοήμερο ταξίδι, μέσω του βιβλίου διηγημάτων του Γιώργου Χαριτωνίδη «Με διαβατήριο και βίζα μιας μέρας» (Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ). Περιδιάβασα τις άγνωστες ομορφιές του νησιού μας, πριν την τουρκική εισβολή. Η παιδική ηλικία αποτελεί για όλους ένα χαμένο παράδεισο, πόσω μάλλον για τους πρόσφυγες που ξεριζώθηκαν βίαια από τον τόπο τους ενώ βίωσαν τη φρίκη και τις βαναυσότητες των Τούρκων εισβολέων. Πολλοί ήταν που έσπευσαν τριάντα χρόνια αργότερα, όταν το 2003 άνοιξαν τα οδοφράγματα, να προλάβουν να προσκυνήσουν τη γη που τους γέννησε και να δουν το πατρικό τους σπίτι.

«Σταματάμε δίπλα από την πηγή Άδρυκος. Ενώνω σφιχτά τα δάχτυλα και τις παλάμες μου. Σκύβω και γεμίζω τις φούχτες μου με νερό. Δεν το πίνω, μόνο το κοιτώ. Όσο και αν προσπαθώ να το κρατήσω, ξεγλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλα, όπως ο καιρός ανάμεσα στα όνειρα. Τριάντα χρόνια ταξίδι για λίγο νερό του Άδρυκου. Ξεμακραίνουμε από την πηγή και ο χρόνος πάλι αρχίζει να στάζει».

«Στάζουν» οι δεκαετίες ενώ στέρεψαν οι πηγές των δακρύων. Έγιναν μαράζι και κρυφοί αναστεναγμοί με τους οποίους έφυγαν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες, η ραχοκοκαλιά μας. Η γενιά των γονιών μας όλο και λιγοστεύει. Εμείς, τα τότε παιδιά της δεκαετίας του 50 και του 60 με τα καραβάκια, τις σφεντόνες και τις κούκλες, είμαστε πλέον μεσήλικες, ενώ η νέα γενιά δεν γνωρίζει τις πόλεις και τα χωριά μας.
Τι πιο οδυνηρό, όταν οι βαρκούλες των παιδικών χρόνων γίνονται πλοία πολεμικά που ξεβράζουν τον εχθρό και τα τανκς, όταν μετατρέπονται σε θηρία που παίρνουν μακριά τον συγγραφέα μαζί με δεκάδες άλλους αιχμαλώτους, στον τρόμο και τη φρίκη του θανάτου. Καθώς κλείνει το αμπάρι του πλοίου που θα τους πάρει στην Τουρκία, αντικρύζει τα βράχια απ’ όπου μάζευαν πεταλίνες, χωρίς να ξέρει αν είναι η τελευταία φορά που βλέπει τις ακτές της πατρίδας του.

Οι εκκλησίες έγιναν στάβλοι ενώ άλλες μετατράπηκαν σε τεμένη. Μόνο τα δέντρα έμειναν τα ίδια και η αιωνόβια ελιά που έσωσε τη ζωή του συγγραφέα. Η σφαίρα, βρίσκεται ακόμη σφηνωμένη στον κορμό της. Θυμάται τις κότες στην αυλή, τα καρπούζια στα μποστάνια που τα πάγωναν στη θάλασσα ενώ έκαναν μακροβούτια και κολυμπούσαν σε «έκταση δεκάδων ευτυχισμένων στιγμών». Η μυλόπετρα στον ελιόμυλο του παππού, ο φούρνος, η αντλία χάσκουν σαν γλυπτά ή διακοσμητικά αντικείμενα, όλα αυτά που έθρεφαν το χωριό.

Αφήνοντας τη Λάπηθο, πάνε στο χωριό της Μαρίας, τη Λύση. Το σπίτι της κατοικείται από Τούρκους εποίκους. Στο παιδικό υπνοδωμάτιο βλέπει την κούκλα της και τους παρακαλεί να την πάρει μαζί της αλλά αρνούνται να τη δώσουν γιατί μ’ αυτήν μεγάλωσε η κόρη τους και είναι λένε το γούρι της. Δεν κάθονται για καφέ, θα ήταν φαρμάτζι, να τους κερνούν οι ξένοι, να τον ψήνουν στην κουζίνα όπου η μητέρα της μαγείρευε, έφτιαχνε μαρμελάδες, γλυκά και αμέτρητους καφέδες. Φεύγουν με την ψυχή πικραμένη από τον πικρό καφέ που δεν ήπιαν.

Μια οικογένεια Ελληνοκύπριων κατεβαίνει να ανάψει κεράκι στην εκκλησία. Ξεχωρίζει ανάμεσά τους μια ψιλόλιγνη γριά ντυμένη με την τοπική παραδοσιακή λυσιώτικη φορεσιά «με τις πτυχώσεις», το μαντό με τα κρόσσια και τα μαύρα στιβάλια. Ακούγοντας τη φωνή του μουεζίνη και συνειδητοποιώντας πως ακόμη και την εκκλησία τη μετέτρεψαν σε τέμενος «Υψώνει προς τον ουρανό τα ξερακιανά της χέρια, με τα μακριά λεπτά δάχτυλα και τις φλέβες που ξεχωρίζουν ανάγλυφα και ανακαλιέται: “Είνταλως τζαι βαστάχνει το η καρκιά σου Παναΐα μου”».

Είναι και η κυρά Φροσύνη που δεν έφυγε γιατί τότε ποιος θα έπαιρνε φαγητό στους στρατιώτες που έκρυψε σ’ ένα λαγούμι, μες στις καλαμιές; Να και η γιαγιά Ελεγκού που αρνήθηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της. «Όταν οι Τούρκοι πλησίαζαν το χωριό της στις 14 Αυγούστου, έβγαλε από το ερμάρι τα σάβανά της, τα φόρεσε και ξάπλωσε απαγγέλλοντας για τελευταία φορά τη Χιώτισσα του Βασίλη Μιχαηλίδη».

Μέρα χαρμολύπης ο Δεκαπενταύγουστος με την Κοίμηση της Θεοτόκου και τη δεύτερη εισβολή. Τα λευκά σπίτια, που τέτοιες μέρες μοσχοβολούσαν ασβέστη και ψωμί, βάφτηκαν κόκκινα, κίτρινα και ροζ. Στα περιβόλια και τα μποστάνια της Λαπήθου, της Μόρφου και της Καρπασίας κτίστηκαν σπίτια και τουριστικά καταλύματα ενώ τα Βαρώσια παραμένουν μια περίκλειστη πόλη-φάντασμα που μας στοιχειώνει. Το ποιητικό βιβλίο διηγημάτων του Γιώργου Χαριτωνίδη, εκτός της λογοτεχνικής του αξίας, αποτελεί και ένα ιστορικό ντοκουμέντο, μια παρακαταθήκη για τις νέες γενιές και τις άλλες που θα έρθουν…

«Η οθόνη του κινηματογράφου στέκει αγέρωχη μα ξεθωριασμένη… Αίφνης, τρία τέσσερα χελιδόνια πετάνε κυκλικά μπροστά της και κάθονται ψηλά στη δεξιά άκρη της. Ξαποσταίνουν λίγο και, ψαλιδίζοντας τον αέρα, χάνονται στον ορίζοντα. Σαν σκηνή από ταινία ΠΡΟΣΕΧΩΣ».

dena.toumazi@gmail.com

Φωτογραφία: Μαρία Χατζηττοφή (επεξεργασία: Φίλιππος Philips)