Εκδήλωση και αντι-εκδήλωση. Και στις δύο να μιλούν για ελευθερία, για επιστροφή, για δικαίωση και στην κάθε μια και να επιχειρείται να περάσει το μήνυμα πως τάχα η δική τους προσέγγιση είναι και η πιο σωστή. Να καυγαδίζουν για το ποιοι θα πρέπει να συμμετέχουν και ποιοι όχι, λες και οι εκδηλώσεις είναι κλειστά κλαμπ και θέλει κανείς κάρτα μέλους για να εισέλθει. Και ποιος είναι εκείνος που θα μοιράζει κάρτες μέλους και με ποια κριτήρια; Θα κρατά μέτρο και θα περνά ο καθένας από κοντά του; Και τι μέτρο θα είναι αυτό: πατριωτισμού, ειρηνικής συμβίωσης, απελευθέρωσης, επιστροφής; Ή μήπως θα πρέπει για το κάθε τι να υπάρχει και διαφορετικό μέτρο και αναλόγως θα μοιράζονται προς τη μια ή προς την άλλη πλευρά;
Και στο τέλος θυμάται άραγε για το ποιο σκοπό είχαν πάει στην μια ή την άλλη εκδήλωση; Όχι βέβαια. Μα, ούτως ή άλλως ο σκοπός δεν ήταν για να θυμηθούν. Δεν τους ενδιαφέρει να θυμούνται. Εκείνοι που βίωσαν το τότε θυμούνται πολύ καλά τι έγινε. Δεν χρειάζονται ούτε υποδείξεις, ούτε διδάγματα. Στέκονται και θυμούνται τι έζησαν λίγα μόλις χιλιόμετρα…
Αύγουστος 1974. Ο Γληόρης, (φωτό από ντοκυμαντέρ του ΡΙΚ) γύρω στα 60 του τότε, έμεινε μόνος στον «Φάραγγα» με τα πρόβατά του. Οι άλλοι της οικογένειας έφυγαν με τους γείτονές τους προς το Παραλίμνι που ήταν πιο ασφαλές. Έφυγαν όλοι κι έμεινε αυτός πίσω μόνος, με τα πρόβατα και τον «Ασιήκκη», ένα κυπριακό τσοπανόσκυλο που ήξερε πολύ καλά τη δουλειά του. Έμειναν 1-2 βράδυ εκεί μέχρι να δουν τι θα γίνει παρακάτω. Κάποιοι στιγμή το απόγευμα έπιασε το μάτι του τις κεραίες των αρμάτων, κατάλαβε πως πλέον το Βαρώσι έχει καταληφθεί από τους Τούρκους και έρχονταν προς το μέρος του.
Άνοιξε την μάντρα, έβγαλε το κοπάδι και ξεκίνησε με τον «Ασιήκκη», τον σκύλο του, να προσέχει να μην ξεφύγει κανένα ζώο. Κοντοστάθηκε στο ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, που ήταν πιο πέρα από την μάντρα, έκανε τον σταυρό του και ζήτησε την βοήθεια του αγίου και κίνησε να πάει… ούτε και ο ίδιος ήξερε εκείνη τη στιγμή που θα τον έβγαζε ο δρόμος. Από ένστικτο σκέφτηκε να κινηθεί προς την περιοχή του Αγίου Νικολάου που είναι οι βάσεις, ίσως εκεί να είναι πιο ασφαλές. Πέρασε από τα περβόλια της Πέρτσιενας και συνέχισε χωρίς να σταματά και να κοιτάζει γύρω του.
Έχει ήδη βραδιάσει όταν ο ίδιος έφτασε εκεί που θεωρούσε ότι θα ήταν για τον ίδιο και τα ζώα του πιο ασφαλές. Αφού μπήκε καλά μέσα στο έδαφος των βάσεων, σταμάτησε για να ξεκουραστούν τα ζώα του αλλά και ο ίδιος. Με το πρώτο φως της επομένης, άνοιξε τα μάτια του, αλλά κάποιος έλειπε. Ο «Ασιήκκης» δεν ήταν πουθενά, όσο κι αν το έψαξε. Όταν ένοιωσε πως όλοι πλέον ήταν ασφαλείς, έφυγε μέσα στο σούρουπο για να γυρίσει πίσω. Το ένστικτό του αυτό του έλεγε να κάνει. Να πάει πίσω, εκεί που ήταν ο τόπος, το σπίτι του. Αντέδρασε από ένστικτο, όπως και ο μάστρος του ο Γληόρης, την ώρα που ζητούσε την βοήθεια του αγίου. Χρόνια μετά μνημόνευε τον Άη Γιώρκη. Θεωρούσε ότι γλύτωσε από την σφαγή στα περβόλια της Πέρτσιενας χάρη στον άγιο. Δεν ήταν ποτέ του θρήσκος, δεν σύχναζε σε εκκλησιές και λειτουργίες. Χρόνια μετά, όταν αναγκαζόταν να πει την ιστορία του, την έλεγε όχι για να περιγράψει το βίωμά του αλλά περισσότερο για να μνημονεύσει τον άγιο που τον βοήθησε να γλυτώσει.
Δεν ήταν ποτέ της εκκλησίας, ούτε και στις μεγάλες γιορτές δεν πήγαινε. Ούτε και θα πατούσε το πόδι του σε στην όποια συγκέντρωση. Όπως οι περισσότεροι. Δεν χρειάζονταν κανενός τα διδάγματα για να μάθει τι σημαίνει να θέλεις να επιστρέψεις και να ζήσεις στον τόπο σου. Ξέρουν και τι συνέβη και τι έζησαν. Ακολουθούν το δικό τους ένστικτο και δεν περιμένουν κάποιο να τους καθοδηγήσει και να τους υποδείξει τι πρέπει να κάνουν. Όπως και ο «Ασιήκκης» ακολούθησε το δικό του ένστικτο και γύρισε πίσω στον τόπο του και στο σπίτι του.