Για Βαρωσιώτες! Το κολύμπι απαγορευόταν δια ροπάλου από τις 3 μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο! Χωρίς δικαιολογία. Απόφαση μεγάλων και σοφών. Μαύρη απελπισία για όλους εμάς, γιατί αυτό σήμαινε αποχωρισμό από τις παρέες της παραλίας και της σχεδίας, τις εξόδους με τα χάμπουργκερ στο υπαίθριο Χατζηχαμπή… Κάποιες φορές υπήρχε οργανωμένη αναλαμπή επανάστασης, συμφωνημένη αντίδραση σ’ αυτήν την επιβεβλημένη εξορία! Πενιχρό και συχνά αρνητικό ήταν το αποτέλεσμα, αρκούσε ο τόνος της φωνής και η επανάσταση πνιγόταν.

Έτσι η αναχώρηση για Καντάρα ήταν επιβεβλημένη. Μαζί με όλη την οικοσκευή, καθότι η παραμονή μας θα ήταν πολυήμερη. Μοναδικό βάλσαμο, ορισμένες παρέες της παραλίας που θα έρχονταν κι εκείνοι, αφού είχαν κι αυτοί γονιούς με τζιεγκιές. Στα εξοχικά σπιτάκια που είχαν μια σάλα και καμπόσα δωμάτια και βεράντες απέραντες που έβλεπαν το πέλαγος της Καραμανιάς, κάτω από ψηλούς πεύκους, κυπαρίσσια και το συνοδευτικό δυτικό αεράκι! Με τους συγγενείς να μας περιμένουν, να μας τσιμπάνε τα μάγουλα και να λένε «μάσσιαλα πόσον εμεγάλωσες», και ως καθώς πρέπει παιδιά που ήμασταν δεν αντιδρούσαμε, περιμέναμε υπομονετικά να καθίσουν οι πονεμένοι από τις τζιεγκιές γονιοί μας στον ηλιακό που φυσούσε να τα πουν…

Σπίτια που μάζευαν εσωτερικά και εξωτερικά κάθε λογής ερπετό, είτε άκακο, είτε κακό, κάθε πετούμενο του ουρανού, μέλισσες, σφήκες, σιαχίνια, περιστέρια, κουκουβάγιες. Ποντικοί, σαύρες και κουρκουτάδες μας καλωσόριζαν καθημερινά στο ξύπνημα και στο πρόγευμα με Γάλα Βλάχας, βούτυρο μέσα στο μεταλλικό κουτί, καπήρες και αυγά τηγανητά με χαλούμια. Την απελπιστική και μαύρη απόγνωση της άφιξης έδιωχνε ανεπιστρεπτί και για όλο το διάστημα της εξορίας η μαγεία του δειλινού, της πλατείας, της βόλτας, του κάστρου που φάνταζε μακριά, σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίναμε.

Και ο Δαυλός… των γονιών και των τζιεγκιών. Των αυτοκινήτων χωρίς παιδικά καθίσματα, με όλα τα παιδιά στο πίσω κάθισμα, όρθιοι οι αρσενικοί πίσω από τον οδηγό και αυτός να τους λέει περήφανα πόσο γρήγορα έπαιρνε την κούρβα την πρώτη! Ξεκαρδισμένοι οι υπόλοιποι, στο πίσω κάθισμα τέσσερεις ακόμη και πέντε κάθε φορά. Σε κάθε ξεγυριστή στροφή, η πίσω ενωμένη μαξιλάρα, να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο φυρμένοι στα γέλια, ενώ οι γονιοί συνέχιζαν αμέριμνα την κουβέντα τους. Άλλος ο κόσμος των μπροστινών καθισμάτων, άλλος ο δικός μας, της πίσω μαξιλάρας, η απόλυτη ελευθερία, παράθυρα ορθάνοιχτα… Θυμάμαι ένα παιγνίδι που παίζαμε τα ξαδέρφια: τα χέρια μας έξω από το παράθυρο έκαναν κινήσεις και έπρεπε οι υπόλοιποι να καταλάβουμε τι παρίσταναν.

Και η ιερή ώρα του θαυματουργού λουτρού έφθανε. Εμείς στο περίμενε, φρόνιμοι στο έξω δωμάτιο. Οι γονείς πανευτυχείς βουτημένοι μέσα σε κάτι μπανιέρες που βρωμούσαν, θυμάμαι κρατούσαμε τη μύτη μας μπαίνοντας σε εκείνο τον χώρο, αηδία σαν αυγά κλούβια η μυρωδιά! Ακούγαμε τα αχ και τα βαχ των πονεμένων και σκάγαμε στα γέλια. Όταν έβγαιναν από τις μπανιέρες όλα ήταν καλύτερα, οι τζιεγκιές έφευγαν δια μαγείας.

Όταν τα ιαματικά τελείωναν αισίως, κατεβαίναμε οικογενειακώς στην παραλία…Το τι κάναμε, ένας θεός έβλεπε. Στη θάλασσα χωρίς μπρατζάκια, οι τυχεροί με κανένα φουσκωμένο εσωτερικό του τροχού του αυτοκινήτου, και γύρω του μιλιούνια οι υπόλοιποι, να μπαίνουν από κάτω, να προσπαθούν να ισορροπήσουν πάνω, διαγωνισμός ποιος θα κρατήσει περισσότερη ώρα την αναπνοή του! Άλλοι, πιο ψαγμένοι και πιο έτοιμοι, να μπουν βαθιά στο πέλαγος κρατώντας κάτι μαστραπάδες να βγάλουν χταπόδια από τις τρύπες τους… Με την ελπίδα ότι κάτι θα πιάσουν, να το τρίψουν στους βράχους, να το κτυπήσουν 100 φορές μέχρι να βγάλει αφρό, όπως έλεγε ο ψαράς! Άλλοι, για να κοροϊδέψουν τους γονιούς που ήταν αραγμένοι κάτω από την ομπρέλα με την παγωνιέρα και το καρπούζι, έμπαιναν μέσα στο νερό και φώναζαν βοήθεια και έβλεπαν εκ του μακρόθεν τον πανικό που γινόταν στην παραλία. Εισέπρατταν βέβαια δύο ή και περισσότερους φούσκους στην έξοδό τους από το νερό. Άλλοι πάλι, με κάτι μάλλινα μαγιό, πέφταν με τα μούτρα στη θάλασσα. Αντιηλιακά δεν υπήρχαν, το άλας κάνει καλό μας έλεγαν, η θάλασσα είναι ο καλύτερος γιατρός… Η επιστροφή συνοδευόταν συνήθως από τσουρουφλισμένες ράχες, το μόνο που έκαναν ήταν να μας πασαλείψουν με γιαούρτι! Το μπάνιο ήταν  πολυτέλεια.

Και η ώρα της εξόδου σήμανε με κάθε ξεκίνημα αναχώρησης ήλιου. Η ώρα των θειάδων και των φιλενάδων που χαρτόπαιζαν κάθε απόγευμα, με τσιγαράκι και καφέ απορροφημένες στο χαρτί εκείνες, ευκαιρία να το σκάσουμε εμείς… Να βάλουμε «άπου ρέξει», όποιος φτάσει πρώτος στην Κανταριώτισσα και εκεί κάτι ερείπια μας φώναζαν να τα εξερευνήσουμε, κάτω από τις φωνές του παπά που, συχνά εκείνη την ώρα, με λιγοστούς θαμώνες, έλεγε διάφορα στην εκκλησία. Στο άκουσμά του, το σκάγαμε για ν’ ανέβουμε προς το κάστρο, στις σπηλιές, στις χώστρες, μέχρι να πέσει ο ήλιος μέσα στη θάλασσα της Μόρφου και εμείς, αποκαμωμένοι από το «χωστό», να κατηφορίσουμε προς τα σπίτια μας, σχεδόν με τη θέλησή μας λόγω πείνας… Καμιά άλλη δύναμη δεν μας κατέβαζε προς το χωριό…

Αυτάμ όχι ως μνήμη μιξοκλαμένη. Ευγνωμοσύνη μόνον και ευχαριστία για αυτά που ζήσαμε, για αυτά που καταλάβαμε -ίσως αργά οι περισσότεροι- για ένα ανάγιωμα ελευθερίας, χωρίς φραγμούς και αγωνίες. Που να ξέραμε τότε…