Η μαύρη λιμουζίνα άφησε την πρωτεύουσα στις τέσσερις ακριβώς, την ώρα που τελείωνε η μεσημβρινή αργία και η πόλη έβγαινε αργά-αργά από τον λήθαργό της, ενώ οι άνθρωποι επέστρεφαν πίσω στις δουλειές τους, σε καταστήματα και γραφεία.
Η Λία από νωρίς το πρωί ετοιμαζόταν για την άφιξη της Πρώτης Κυρίας. Η λίστα μακρά για την καλοκαιρινή κολεξιόν που θα έπρεπε να ολοκληρώσει όπως και τα νέα φιγουρίνια που θα έβγαζε σήμερα από τα περιοδικά μόδας, ώστε να καλύψει τις εκδηλώσεις στις οποίες θα παρευρισκόταν η Πρώτη Κυρία μέχρι και το φθινόπωρο.
Τέϊα, χοροεσπερίδες, κοκτέιλ πάρτι σε πρεσβείες, επέβαλλαν τουαλέτες, φορέματα-κοκτέιλ, καλοκαιρινά ταγιεράκια, μεταξωτά για το βράδυ, λινά για τη μέρα. Επιπλέον στην ατζέντα υπήρχαν υπηρεσιακά ταξίδια στο εξωτερικό, ενώ δύο ξένοι πρόεδροι θα έκαναν επίσημη επίσκεψη στο νησί και θα παρέθεταν δεξιώσεις και δείπνα προς τιμήν τους. Το καλοκαίρι, η κατεξοχήν εποχή των γάμων, των συλλαλητηρίων και εγκαινίων, όπως του Καλλιτεχνικού Φεστιβάλ Λεμεσού, της Γιορτής του Κρασιού και της Διεθνούς Κρατικής Έκθεσης. Οι πρόβες στη μοδίστρα ατέλειωτες, όπως και η επιλογή των υφασμάτων, μερικά από τα οποία γνωστοί υφασματοπώλες του νησιού παράγγελναν αποκλειστικά γι’ αυτήν.
Η Λία είχε όλα τα νέα περιοδικά μόδας με τα φιγουρίνια τους, πέρα από το Burda και το ελληνικό Γυναίκα. Όταν έπιανε στα χέρια της το μαγικό της ψαλίδι και τη βελόνα, δημιουργούσε αριστουργήματα: ταγιεράκια τύπου Chanel και τουαλέτες, αντίγραφα των Yves Saint Laurent και Balenciaga, άσχετο αν τα συγκεκριμένα ρούχα προορίζονταν για δίμετρα μοντέλα. Η Λία είχε φέρει το Παρίσι στο νησί, προσαρμόζοντάς το στα μέτρα και στο ύψος των πελατισσών της υψηλής κοινωνίας.
Όταν η λιμουζίνα στάθμευσε έξω από το σπίτι της, οι γειτόνισσες κοιτούσαν με ζήλεια και περιέργεια πίσω από τις κουρτίνες για να δουν την Πρώτη Κυρία ν’ ανεβαίνει τις σκάλες και αργότερα να κάθεται στη βεράντα και να πίνει καφέ με τυροπιτάκια και σαρλότα.
Ο Αύγουστος ήταν ανέκαθεν μήνας νεκρός από ειδήσεις, ακόμη και τη μακρινή δεκαετία του 70. Πολιτικοί, βουλευτές και πρόεδροι παραθέριζαν στα ορεινά θέρετρα του νησιού, όπου η αριστοκρατία διέθετε εξοχικά ή διέμενε σε ξενοδοχεία τύπου Βερεγγάρια ή σε αυτά, όπου φιλοξενήθηκε μέχρι και ο βασιλιάς Φαρούκ της Αιγύπτου. Οι γυναίκες μετακόμιζαν στο βουνό, κουβαλώντας μπαούλα με ρούχα και κοπελλούδες για να προσέχουν τα παιδιά τις ώρες που αυτές θα κάθονταν στο καρέ ή σε απογευματινά τέϊα.
Στις παραλίες του νησιού λουζόταν ο λαός, οι τουρίστες και οι Εγγλέζοι των Βάσεων, ενώ τις μέρες του Δεκαπενταυγούστου οι πόλεις άδειαζαν, αφού έπιαναν τις άδειές τους οι αστοί για να παραθερίσουν στα χωριά τους, τσουγκρίζοντας μπύρες και ποτηράκια ζιβανίας με τους συγχωριανούς τους. Την ίδια ώρα στα θέρετρα, πρόεδροι, πολιτικοί και αριστοκράτες έπιναν brandy sour και whisky on the rocks, κουνώντας το ποτήρι στο χέρι τους. Ο πάγος που ηχούσε στο ποτήρι έδινε μια αίσθηση δροσιάς, βγάζοντας τους άντρες από την καλοκαιρινή τους ραστώνη. Έσπαγε και ο πάγος στο μόνιμα θλιμμένο πρόσωπο του προέδρου, όπου τώρα διακρινόταν ένα χαμόγελο. «Οι ιδιοφυείς άνθρωποι είναι και μελαγχολικοί» σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, μια φράση που παρηγορούσε την Πρώτη Κυρία.
«Πίσω από κάθε ισχυρό άντρα κρύβεται μια δυναμική γυναίκα» σκεφτόταν η Λία, βλέποντας τηλεόραση στο μπαλκόνι της, ενώ ο πρόεδρος εκφωνούσε με στόμφο τον λόγο του στο συλλαλητήριο για τη Δεύτερη Εισβολή. Η σύζυγός του έλαμπε στο πλευρό του, με δική της δημιουργία. Μόνο που η μαυρόασπρη τηλεόραση υποβάθμιζε τις ανταύγειες που έκανε το ακατέργαστο μετάξι, το οποίο η Πρώτη Κυρία είχε φέρει από την επίσκεψή της στην Ινδία. Ο πρόεδρος ιδρωμένος μες στο κουστούμι και τη γραβάτα που του έσφιγγε τον λαιμό φώναζε με όλη του δύναμη: «Ελληνικέ κυπριακέ λαέ, θα παλέψουμε για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του κυπριακού. Ο αγώνας θα συνεχιστεί μέχρις ότου και ο τελευταίος πρόσφυγας επιστρέψει στις πατρογονικές του εστίες. Τα σύνορά μας στην Κερύνεια…!»
Τα πλήθη, εκτοπισμένων και μη, χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν, με φουσκωμένα από ηρωισμό και ελπίδα στήθη. Μισό αιώνα αργότερα κανένας πρόσφυγας δεν επέστρεψε στο σπίτι του, η Κύπρος παραμένει ημικατεχόμενη ενώ στις αντικατοχικές εκδηλώσεις ελάχιστοι άνθρωποι συμμετέχουν. Τα ρουσφέτια και ο νεποτισμός καλά κρατούν στην εκάστοτε κυβέρνηση.
Τα καλοκαίρια στο νησί γίνονται όλο και πιο καυτά ενώ τον ουρανό καλύπτουν σύννεφα από σκόνη της ερήμου. Τον Αύγουστο οι κάτοικοί του φεύγουν στο εξωτερικό, ταξίδια κοντινά και μακρινά με αεροπλάνα και βαπόρια. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που επιστρέφουν στα ερημωμένα κατά τη διάρκεια του χρόνου χωριά μας, τα οποία ζωντανεύουν για λίγο με τον ρεμβασμό και τη χαρμολύπη του Δεκαπενταυγούστου.
* «Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».