Η Ντανιέλ Σέρινταν είναι αμυντική συντάκτρια της αγγλικής «Daily Telegraph». Βρίσκεται τώρα στην Ιερουσαλήμ, καλύπτοντας τον πόλεμο Ισραήλ – Χαμάς. Ήταν ανάμεσα σε εκείνους τους δημοσιογράφους που προσκλήθηκαν από τον Νετανιάχου να παρακολουθήσουν και να δουν αμοντάριστες εικόνες και φωτογραφίες από τη σφαγή της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου εναντίον άμαχων πολιτών.

Οι εκπρόσωποι του Τύπου ειδοποιήθηκαν ότι πρέπει να έχουν γερό στομάχι. «Πίστευα ότι θα μπορούσα να το δω, όταν βρέθηκα στην προβολή προχθές, Δευτέρα», είπε η Σέρινταν. «Και μπορώ να σας πω», συμπλήρωσε, «ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να το αντέξω».

«Η καρδιά μου ράγισε όταν είδα τη σκηνή όπου πατέρας μαζί με τα δύο, έντρομα αγόρια του, έτρεχαν με απόγνωση για να φτάσουν στο σπίτι τους, πιστεύοντας ότι εκεί θα ήσαν ασφαλείς. Όταν καθίσαμε να δούμε, ξέραμε τον θλιβερό απολογισμό. Χίλιοι τετρακόσιοι Ισραηλινοί πολίτες σφαγιάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, βλέποντας το οπτικοακουστικό υλικό, κάπως ήλπιζα ότι η μοίρα αυτόν που ήταν στην οθόνη θα ήταν διαφορετική.

Σε κάποιο σημείο, είδα τον πατέρα να κατευθύνεται μέσω του κήπου προς την πόρτα του σπιτιού, μαζί με τα δύο αγόρια του, και πίστεψα ότι θα ήταν ασφαλείς.

Τα παιδιά ήταν μπροστά και μπήκαν και ακολούθησε ο πατέρας, τελευταίος.

Την ίδια στιγμή, οι τζιχαντιστές τρομοκράτες τους πήραν είδηση και με απίστευτη άνεση άνοιξαν την πόρτα, πέταξαν μέσα μια χειροβομβίδα και έφυγαν χαλαροί.

Όσοι ήμασταν συγκεντρωμένοι εκεί, στο αμφιθέατρο μιας στρατιωτικής βάσης στο Γλιλότ, τι να πω; …κόπηκε η αναπνοή μας, καθώς είδαμε το άψυχο πτώμα του πατέρα να εκτινάσσεται στον αέρα.

Δευτερόλεπτα μετά, εμφανίστηκαν τα δυο αγόρια του. Γεμάτα αίμα. Χαμένα. Υστερικά.

Η προτεραιότητα εκείνου του ανθρώπου στις τελευταίες τρομακτικές στιγμές της ζωής του, ήταν να σώσει τα παιδιά του, και τα κατάφερε.

Όταν είδαμε, όμως, αμέσως μετά, το πιο μικρό παιδί να κλαίει σπαρακτικά γυρεύοντας τη μητέρα του, δεν το αντέξαμε. Σπάσαμε.

Αλλά μείναμε εκεί, καρφωμένοι στην οθόνη, βλέποντας τη μία σκηνή με την άλλη, η προηγούμενη πιο σκληρή από την επόμενη. Κλαίγαμε.

Καμένα σώματα. Καμένα μωρά. Γυναίκες γυμνές από τη μέση και κάτω. Είδαμε σε ένα άλλο βίντεο, που τραβήχτηκε από κινητό, έναν άνδρα που χτυπήθηκε μέχρι θανάτου από τους τζιχαντιστές, με τσουγκράνα του κήπου.

Μιλάμε για σκηνές που βλέπεις σε ταινίες τρόμου, αλλά πολύ χειρότερες. Η ισραηλινή κυβέρνηση θέλησε να τις δούμε για να ενημερώσουμε όλο τον κόσμο για αυτές τις βαρβαρότητες.

Ως δημοσιογράφος, αρνούμαι να στρέψω το βλέμμα μου αλλού, όσο και αν πονούσα με αυτά που έβλεπα. Ανακατεύτηκε το στομάχι μου. Αλλά πρέπει να μιλήσω…».

Έχω μια απορία. Που ενώ η απάντηση θεωρώ πως είναι αυτονόητη, δυστυχώς, δεν είναι:  Όταν εκείνη τη μαύρη ημέρα της 7ης  Οκτωβρίου η Χαμάς ορμούσε μέσα σε ισραηλινό έδαφος και έσφαζε αδιάκριτα και βάρβαρα 1.400 άμαχους πολίτες, άνδρες γυναίκες, νέους, γέρους και μικρά παιδιά και έπαιρνε εκατοντάδες ομήρους, ποια περίμενε ότι θα μπορούσε να ήταν η απάντηση του Ισραήλ; Ιδίως στην Γάζα, που είναι το προπύργιό της;

Και το λέω, διότι ακούω διάφορους τυχάρπαστους να προσπερνούν αυτό το γεγονός και, κάνοντας fast forward στα γεγονότα, φτάνουν να παριστούν τα θύματα στη Γάζα, προτάσσοντας, μάλιστα, τις απώλειες απλών ανθρώπων, κυρίως μικρών παιδιών. Αν και ακόμα αμφισβητείται εάν το Ισραήλ κτύπησε το νοσοκομείο στη Γάζα, επιμένουν οι τρομοκράτες να παρουσιάζονται ως θύματα και, μάλιστα, να πρωτοστατούν τώρα σε «φιλανθρωπικές χειρονομίες» απελευθέρωσης επιλεγμένων ομήρων.

Η οργή στο Ισραήλ, δεν επουλώνεται. Και φοβούμαι πως, η συνέχεια θα είναι χειρότερη. Όσοι θυμωμένοι και αν είναι, δικαίως, οι Ισραηλινοί με την ηγεσία τους (ο Νετανιάχου είναι ήδη τελειωμένος), που πιάστηκε κυριολεκτικά στον ύπνο, το αίσθημα ότι μπήκαν τρομοκράτες μέσα στην αυλή τους και έσφαξαν, άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά, γιαγιάδες και παππούδες, δεν μπορούν (και δεν πρέπει) να το πνίξουν…