Ο σχολικός εκφοβισμός σε συνάρτηση με άλλες συναφείς έννοιες, όπως είναι η σχολική βία και η νεανική παραβατικότητα, απασχολούν αρκετά συχνά τη δημόσια σφαίρα, όχι μόνο τους αρμόδιους και τις Υπηρεσίες που χειρίζονται τέτοιου είδους περιστατικά.

Απασχολούν γιατί αυτά τα φαινόμενα που περνούν τις πύλες των σχολείων – τόσο κατά τη διάρκεια της σχολικής μέρας, όσο και τις ώρες που μια σχολική μονάδα δεν λειτουργεί – βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Μαθητές να τσακώνονται μεταξύ τους, να βρίζουν, να χτυπούν και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο νους. Αναφορές ακόμη και για μαχαιροφορίες από κάποιους μαθητές σε σχολεία αλλά και για καταγγελίες που κατακλύζουν τις αρμόδιες Υπηρεσίες σχετικά με απειλές και εκφοβισμό μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Το ότι υπάρχουν τα πιο πάνω, όλοι το ξέρουμε και το διαπιστώνουμε κάθε φορά που ένα τέτοιο περιστατικό «ξεδιπλώνεται» στην οθόνη της τηλεόρασης, του κινητού ή του υπολογιστή μας. Πάντα το καταδικάζουμε, πάντα έχουμε κάτι να πούμε και πάντα μιλάμε για θύτες και για θύματα.

Βεβαίως και όλα αυτά είναι ανησυχητικά για χίλιους δυο λόγους. Όμως, ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο που ενδεχομένως διαφεύγει είναι οι παθητικοί παρατηρητές αυτών των περιστατικών. Αυτό κι αν είναι ανησυχητικό και άκρως σοβαρό. Παιδιά, τα οποία παθητικά παρακολουθούν σκηνές βίας να εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια τους, να βλέπουν συμμαθητές τους να χτυπούν άλλους συμμαθητές τους, να γίνονται ανεκτικά στη βία, σωματική, ψυχολογική και λεκτική. Σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Υπάρχουν τα παιδιά που ως παθητικοί παρατηρητές δεν εμπλέκονται μεν στον καβγά αλλά κι από την άλλη, δεν σπεύδουν να ζητήσουν βοήθεια από κάποιον μεγαλύτερο για να λήξει η βία που εκδηλώνεται σε ένα ανυπεράσπιστο ή πιο αδύναμο παιδί. Φυσικά, υπάρχουν και τα παιδιά που εμμέσως συμμετέχουν υπερθεματίζοντας τους «νταήδες» που χτυπάνε, βρίζουν, κοροϊδεύουν ένα άλλο παιδί και ενδεχομένως αυτούς που θα εξελιχθούν στο μέλλον σε παραβάτες, σύμφωνα με σχετικές έρευνες.

Τα πιο πάνω καταδεικνύει και η πρόσφατη έρευνα του υπουργείου Παιδείας και πραγματικά τα ευρήματα της πρέπει να χτυπήσουν καμπανάκι. Όχι μόνο σε Υπουργείο και άλλους αρμόδιους φορείς, αλλά και σε εκπαιδευτικούς και γονείς. Σχολείο και σπίτι έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν στον τερματισμό αυτών των φαινομένων και στο φρενάρισμα της εξέλιξης παιδιών σε παραβάτες.

Ένα από τα στοιχεία της έρευνας που πρέπει να προβληματίσει και να μας ξυπνήσει είναι τα ποσοστά των «ομάδων» των παιδιών, όπως παρουσιάζονται πιο κάτω:

– Οι υποστηρικτές (25%) – Συνεκφοβισμός: Δεν προκαλούν τις επιθετικές συμπεριφορές αλλά βοηθούν τον θύτη να ταπεινώσει το θύμα του, γελούν με το θύμα, παροτρύνουν τον θύτη να συνεχίσει, αν παρατηρήσουν ότι η επιθετικότητα δεν συνδέεται με αρνητικές επιπτώσεις, έχουν αυξημένες πιθανότητες να μιμηθούν αυτή τη συμπεριφορά στο μέλλον, υπομένουν την κοροϊδία από φόβο περιθωριοποίησης.

– Οι παθητικοί θεατές (57%): Αδρανείς / υποκρίνονται πως δεν παρατήρησαν τίποτα και μένουν κοντά στο χώρο που γίνεται ο καβγάς και βλέπουν το συμβάν.

– Οι υπερασπιστές (18%): Παρηγορούν το θύμα και σπεύδουν σε βοήθεια.

Επί της ουσίας, έχουμε ένα ποσοστό της τάξης του 82% το οποίο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχει εμπλοκή σε ένα βίαιο σκηνικό, είτε ενεργή, είτε παθητική. Και απέναντι του ένα 18% που σπεύδει να αποτελέσει τροχοπέδη αυτών των βάναυσων συμπεριφορών με κίνδυνο να βρεθεί στη δίνη.

Δεν νομίζω να χρειάζεται τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο για να πείσει για τη σοβαρότητα του θέματος και για το πού οδεύουμε ή πού πρέπει τελικά να οδεύσουμε…