Ο λόρδος Μπάιρον κατάγγειλε το 1811 με το ποίημα «The Curse of Minerva» το έγκλημα του Έλγιν στην Ακρόπολη.
Μπορεί ο Ρίσι Σούνακ, ο ινδικής καταγωγής σημερινός πρωθυπουργός της Βρετανίας, να είναι γιος μεταναστών, ωστόσο η νεοαποικιοκρατική του αντίληψη είναι εφάμιλλη πολλών βέρων Βρετανών. Ίσως μάλιστα να επιβιώνει στον νου του, ενδεχομένως ως… εξ αγχιστίας κληρονομιά του τόπου όπου γεννήθηκε, κάτι από το τυχοδιωκτικό (πιθανώς και κλεπτοκρατικό, αφού αποφεύγει τη φορολογία) πνεύμα του Τζέιμς Μπρους, λόρδου του Έλγιν, του αρχαιοκάπηλου Σκωτσέζου που κατάκλεψε τους αρχαίους θησαυρούς της Ελλάδας στις αρχές του 19ου αιώνα. Έτσι εξηγείται, εν μέρει, η πρωτοφανής προσβολή που επιφύλαξε στον Έλληνα πρωθυπουργό, νευριασμένος από τις αναφορές του στα γλυπτά του Παρθενώνα, τα οποία είναι ένα μόνο μέρος από τον τεράστιο αριθμό αρχαίων ελληνικών τεχνουργημάτων που κουβάλησε στην Αγγλία ο λόρδος τυμβωρύχος: Οι πρώην αποικιοκράτες –ακόμα και κάποιοι πρώην σκλάβοι τους– θεωρούν ότι ο κόσμος τους ανήκει, δεν βλέπουν τα χάλια στα οποία κατάντησαν τη χώρα τους, όπου ακόμα και τα άλλοτε περιβόητα νοσοκομεία της έχουν ξεπέσει πιο πολύ κι απ’ τα δικά μας μετά το Brexit.
Η Ελλάδα δεν σταμάτησε ποτέ να διεκδικεί τα κλεμμένα γλυπτά, επομένως τα όψιμα νευράκια του Σούνακ είναι πολύ δήθεν. Ο πρωθυπουργός –προφανώς και αρκετοί άλλοι– είτε είναι είτε παριστάνουν τους ανιστόρητους, αφού οι αντιδράσεις για τις βαρβαρότητες του λόρδου χρονολογούνται από τότε που τις διέπραξε. Πρώτος και κυριότερος ο λόρδος Μπάιρον, ο γνωστός ποιητής και φιλέλληνας, αλλά και ο φίλος του ο Χόμπχαους, ο Σατομπριάν, περιηγητές όπως οι Ντάντγουελ, Κλαρκ κ.ά., ο Καβάφης το 1890, η Μελίνα Μερκούρη… Ο Μπάιρον, στο πρώτο ταξίδι του στην Ελλάδα αρχές του 1811, ανέβηκε ένα απόγευμα στην Ακρόπολη και έφριξε από αυτά που αντίκρισε: Τον Παρθενώνα λεηλατημένο και βανδαλισμένο, τη μια Καρυάτιδα να λείπει, σπασμένα γλυπτά… Κάθισε τότε και έγραψε ένα ποίημα, την Κατάρα της Αθηνάς (The Curse of Minerva), στο οποίο βάζει τη θεά Αθηνά, υπό τη μορφή διαλόγου με τον ίδιο, πάνω στον ιερό βράχο το βράδυ που βρέθηκε εκεί, να εξαπολύει το κατηγορητήριό της για την ιεροσυλία του Έλγιν:
«… μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει./ Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει/ τ’ όνομα το μισητό του στον ναό μου γράφει», λέει σ’ έναν στίχο. Πράγματι, ο λόρδος είχε χαράξει σε ένα σημείο της δυτικής πλευράς του Παρθενώνα το όνομά του και της συζύγου του. Αργότερα, κάποιος επισκέπτης χάραξε από κάτω στα λατινικά: «Ό,τι δεν έκαναν οι Γότθοι, το έκαναν οι Σκώτοι». Ας διαβάσουν λοιπόν το ποίημα του Μπάιρον ο Σούνακ και οι άλλοι, για να εμπεδώσουν το κατηγορητήριό του: «Ο Ηρόστρατος κι ο Έλγιν σε σελίδες παραμένουν/ που είναι στιγματισμένες και με στίχους όπου καίνε./ Έτσι πάντα είναι γραμμένοι και οι δυο καταραμένοι/ μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει…». Τον συγκρίνει, δηλαδή, με τον πυρπολητή του ναού της Αρτέμιδας στην Έφεσο, ενός από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Αλλά και στο άλλο μεγάλο ποίημά του τον επόμενο χρόνο, το Τσάιλντ Χάρολντ (Child Harold) επανέρχεται με λίγους στίχους, θυμίζοντας το ναυάγιο του πλοίου Μέντωρ, που βούλιαξε έξω από τα Κύθηρα το 1802 με την πρώτη φουρνιά κλεμμένων: «Ακόμα και τα κύματα αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοι της ιεροσυλίας του», γράφει. Χρειάστηκαν δυο χρόνια για να ανελκύσουν τα περισσότερα από τα τεχνουργήματα, με πολλές ζημιές λόγω προχειρότητας.
Οι Βρετανοί επικαλούνται φιρμάνι του 1801 υπαλλήλου του σουλτάνου, το οποίο ισχυρίζονται ότι επέτρεπε την αφαίρεση γλυπτών και λίθων από την Ακρόπολη, όμως στην πραγματικότητα ήταν άδεια για λήψη εκμαγείων για να διακοσμήσει ο λόρδος το σπίτι του στη Σκωτία, μια δουλειά που ανέθεσε σε μια ομάδα υπό τον Ιταλό ζωγράφο Λουτζιέρι. Υποτίθεται ότι τους επιτρεπόταν να κάνουν και ανασκαφές, υπό τον όρο όμως ότι δεν θα έβλαπταν οποιοδήποτε μνημείο. Παρόλα αυτά, οι άνθρωποι του Έλγιν αφαίρεσαν ό,τι μπορούσαν από τα μνημεία προκαλώντας πολλές ζημιές, ενώ η όρεξή του για αρχαιότητες στράφηκε και αλλού, όπως στη Αίγινα και στις Μυκήνες. Η πύλη των λεόντων γλίτωσε, επειδή ήταν αδύνατο να μεταφέρουν τόσο ογκώδη αντικείμενα.
Όταν ο Έλγιν πτώχευσε χρωστώντας τεράστια ποσά στο κράτος, πούλησε τη συλλογή των κλεμμένων γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο για το αστρονομικό ποσό των 35.000 λιρών (μισό εκατ. δολάρια σήμερα). Ο λόρδος πέθανε το 1841 στη Γαλλία, όπου είχε καταφύγει κυνηγημένος από τους δανειστές του. Και το Βρετανικό Μουσείο παραμένει επίσημος κλεπταποδόχος πάμπολλων αρχαιοτήτων, όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά από όλο τον κόσμο – από όπου πέρασαν, δηλαδή, οι Βρετανοί αποικιοκράτες αφήνοντας το στίγμα της ιεροσυλίας τους, όπως κατάγγειλε από τότε ο Μπάιρον.
chrarv@philelefheros.com
Ελεύθερα, 3.12.2023