«Ο Σοφός δεν γελάει παρά μόνο τρέμει. […] Ο Σοφός τρέμει που γέλασε. Ο Σοφός φοβάται το γέλιο, όπως φοβάται τα εγκόσμια θεάματα και τις επιδοκιμασίες. Σταματάει στα όρια του γέλιου αλλά και στα όρια του πειρασμού. Υπάρχει επομένως, σύμφωνα με τον Σοφό, μια ορισμένη μυστική αντίφαση μεταξύ του χαρακτήρα του ως σοφού και του αρχέγονου χαρακτήρα του γέλιου». Charles Baudelaire, Περί της Ουσίας του Γέλιου 1855, 361-2

Γιατί γελάμε; Τι προκαλεί το γέλιο μας; Συνδέεται το γέλιο με την ηθική και ως τέτοιο πρέπει να μπει σε κανόνες; Οι φιλόσοφοι δεν άργησαν να ασχοληθούν με το γέλιο. Ο Σωκράτης «κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη γη», ώστε οι φιλόσοφοι να στραφούν πλέον στα ζητήματα της φύσεως του ανθρώπου και της διαμόρφωσης της ηθικής του. Ο μαθητής του, Πλάτωνας, είναι εκείνος που θα συγγράψει τους διαλόγους και θα θέσει τα ζητήματα. Γιατί να ενδιαφερθεί ο Πλάτωνας για το γέλιο, το γελοίο και το κωμικό; Διότι, σύμφωνα με τον ίδιο είναι ζήτημα ηθικής. Ως εκ τούτου, η παλαιότερη θεωρία για την ουσία του γέλιου απαντάται στον Πλάτωνα.

Ο νεαρός Πλάτωνας, στον Φίληβο, συζητά την ηδονή και αναφέρεται παρεμπιπτόντως στις κωμωδίες και στην επίδραση που ασκούν στην ψυχή, ακόμη και ενός καλού ανθρώπου. Το γέλιο δεν είναι όσο αθώο φαίνεται, αλλά αποτελεί μείξη ηδονής και λύπης. «Η φύση του γελοίου είναι η κακία», υποστηρίζει, καθώς η άγνοια αλλά και η ανοησία (που είναι χαρακτηριστικά της) είναι τα αντίθετα του «γνώθι σαυτόν». Ο συγγραφέας του Φίληβου, με το στόμα του Σωκράτη, θα παραθέσει τους τρεις τρόπους στους οποίους κάποιος αποτυγχάνει «να γνωρίσει τον εαυτό του» κατά το Δελφικό παράγγελμα: τα χρήματα (θεωρεί ότι έχει περισσότερα από όσα έχει), η ομορφιά (πιστεύει ότι είναι ωραιότερος και ψηλότερος από ό,τι στην πραγματικότητα) και τέλος η αρετή. Το τελευταίο για τον Πλάτωνα είναι το πιο δημοφιλές. «Οι περισσότεροι φαντάζονται τους εαυτούς τους καλύτερους στην αρετή, χωρίς να είναι» (48e8-10). Όταν γελάμε μαζί τους, απολαμβάνουμε κάτι κακό, τη δική τους άγνοια.

Αλλά και στην Πολιτεία, το μνημειώδες έργο του Πλάτωνα, ο φιλόσοφος ασκεί κριτική στο γέλιο ανθρώπων και θεών. Το ασυγκράτητο γέλιο (όπως και ο θρήνος) καταδικάζεται εύκολα, καθώς επιφέρει μια έντονη μεταβολή (ἰσχυρὰν μεταβολὴν) στη διάθεση εκείνου που γελά: «Άρα αν κάποιος παρουσιάσει αξιόλογους ανθρώπους να γελούν δεν πρέπει να το αποδεχτούμε και ακόμη λιγότερο αν παρουσιάζει θεούς» (Πολιτεία, 388-389). Στο δέκατο βιβλίο, ο συγγραφέας της Πολιτείας, θα επανέλθει στο ζήτημα τόσο του γέλιου όσο και του θρήνου. Οι ποιητές που τα προκαλούν απευθύνονται στο κατώτερο μέρος της ψυχής. Αν συνηθίσει κάποιος να αισθάνεται μέσω της ποίησης ικανοποίηση για τα παθήματα των άλλων, δεν θα μπορεί να χαλιναγωγήσει τα δικά του, όταν συμβούν στον ίδιο (606c).

Ο φιλόσοφος όμως γίνεται ακόμη πιο αυστηρός στο τελευταίο του έργο, στους Νόμους. Στο 11ο βιβλίο ξεκινά η συζήτηση των ποινών που θα επιβάλλουν οι νόμοι της ευνομούμενης πολιτείας του, οι οποίοι «σαν τοξότες θα σημαδέψουν μια τιμωρία, ανάλογη με το αδίκημα». Στην παραβατική συμπεριφορά που θα πρέπει να ελεγχθεί με νόμο, περιλαμβάνεται ο θυμός. Όποιος βρίζει κάποιον (ή τη γυναίκα κάποιου) με τις άσχημες εκφράσεις που χρησιμοποιεί δημιουργεί έχθρες και μίση. Μάλιστα, κάνει κάτι πολύ χειρότερο, παρασύρεται από το άλογο μέρος της ψυχής του. Γίνεται όμοιος με άγριο θηρίο, ξεχνώντας την παιδεία του. Η συζήτηση δεν αργεί να στραφεί στο κωμικό, γιατί, όπως συνεχίζει ο Πλάτωνας (με το στόμα του Αθηναίου αυτή τη φορά), αυτός που βρίζει κάποιον θα συνεχίσει με τη γελοιοποίησή του. Ο Πλάτωνας θα απαγορεύσει επιτέλους τη γελοιοποίηση οποιουδήποτε πολίτη από τους κωμωδούς (εξάλλου, δεν είναι λίγοι εκείνοι που συνδέουν την πλατωνική στάση με την άποψη ότι η διακωμώδηση του Σωκράτη από τον Αριστοφάνη συνέβαλε στην κατηγορία του).

Στην πλατωνική κριτική του κωμικού θα απαντήσει ο μαθητής του Αριστοτέλης, με το δεύτερο βιβλίο της Ποιητικής του, που ήταν αφιερωμένο στην Κωμωδία. Αν και το έργο έχει χαθεί, διάσπαρτες απόψεις εμφανίζονται σε βιολογικά και ηθικά του έργα. Το ότι το γέλιο ανήκει στη φύση του ανθρώπου και ως τέτοιο δεν μπορεί να είναι κακό θα είναι το βασικό του επιχείρημα. Το ότι πρέπει να καλλιεργηθεί με βάση το ορθό μέτρο είναι η πρότασή του.

Η δρ. Έλσα Νικολαΐδου
είναι συγγραφέας του βιβλίου Φιλοσοφία για όλους (Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους;) Μεταίχμιο, 2022