Το 2004 μέσα στην αναμπουμπούλα του δημοψηφίσματος κάποιοι είχαν προβλέψει – μάλιστα μετά βεβαιότητας – ότι επίκειται το τέλος, η διάλυση του Δημοκρατικού Συναγερμού. Κάτι ανάλογο είχαν πει και ένα-ενάμιση χρόνο πριν όταν στις προεδρικές εκλογές του 2003 είδαν δύο υποψήφιους είναι από το δικό τους χώρο. Όπως είναι καλά γνωστό, εκ των γεγονότων, όχι μόνο δεν πήγε προς διάλυση ο Δημοκρατικός Συναγερμός, αλλά αντίθετα εκείνοι που δέχθηκαν εκλογική πίεση και βρίσκονται στα όρια της φθοράς και της αφθαρσίας είναι εκείνοι που προέβλεπαν τη διάλυση του κόμματος της κυπριακής Δεξιάς.

Σήμερα, είναι κοινά παραδεκτό από όλους ότι ο Δημοκρατικός Συναγερμός διέρχεται τη δεύτερη εάν όχι τη μεγαλύτερη κρίση από της ιδρύσεως τους. Κάποιοι θεωρούν ότι η σημερινή κατάσταση πραγμάτων είναι ίσως και χειρότερη από εκείνη που βίωσε το 2004. Κάτι ανάλογο είχε λεχθεί και την περίοδο 2002-2003, περί χειρότερης κρίσης από της ιδρύσεώς του. Η ιδιαιτερότητα αυτής της κρίσης έγκειται στα όσα είχαν συμβεί πριν από σχεδόν ένα χρόνο με αποκορύφωμα τις εκλογές του Φεβρουαρίου 2023. Γιατί, εάν θέλει κάποιος να αναλύσει την παρούσα κατάσταση πραγμάτων στο χώρο του Δημοκρατικού Συναγερμού δεν μπορεί να σταθεί μόνο στο αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών, αλλά θα πρέπει να πάει και πιο πίσω, στην προεκλογική περίοδο. (Για το τι έφταιξε για το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών έχω αναφερθεί κατ’ επανάληψη σε άλλες περιπτώσεις και σήμερα θα το αποφύγω).

Το 2004 είναι ένα ξεχωριστό έτος για τον Δημοκρατικό Συναγερμό το οποίο χρίζει ιδιαίτερης προσοχής και μελέτης, κυρίως από εκείνους, εντός του κόμματος, που αναζητούν τρόπους εξόδου από την παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Πηγαίνοντας πίσω δύο δεκαετίες και σ’ εκείνη την περίοδο θα δούμε ότι οι Συναγερμικοί, παρά πριν πάνε στην κάλπη του δημοψηφίσματος είχαν μπροστά τους την πλειοψηφία της τότε ηγεσίας, τον πρόεδρο της παράταξης και τον ιστορικό τους ηγέτη να τους καλούν ευθέως να πάρουν συγκεκριμένη θέση. Πλην όμως – σύμφωνα με τις μετρήσεις και αναλύσεις ειδικών – οι Συναγερμικοί έπραξαν αυτό που οι ίδιοι θεωρούσαν σωστό και πήγαν ενάντια στα κελεύσματα της ηγεσίας τους. Δίνοντας έτσι αφορμή στο να δημιουργηθούν συνειρμοί διάλυσης του κόμματος. Ωστόσο λίγες εβδομάδες αργότερα η συντριπτική πλειοψηφία εκείνων των ψηφοφόρων επέστρεψαν στη βάση τους δίνοντας έτσι την πρωτιά στο κόμμα τους.

Αυτό δείχνει πως οι Συναγερμικοί ψηφοφόροι, επέλεξαν μεν να μην ακούσουν την ηγεσία τους για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, πλην όμως δεν ήθελαν να τιμωρήσουν το κόμμα τους. Οι εντός του Δημοκρατικού Συναγερμού γνωρίζουν πάρα πολύ καλά πως στη διάρκεια των επόμενων δύο δεκαετιών οι ψηφοφόροι του κόμματος λειτούργησαν υποστηρικτικά προς το κόμμα τους, διατηρώντας στην πρώτη θέση. Στην μετά το 2013 περίοδο, όταν ο ΔΗΣΥ επανήλθε στην εξουσία, υπήρξαν οι στιγμές κατά τις οποίες θα μπορούσαν οι Συναγερμικοί ψηφοφόροι – εάν δεν πίστευαν στο κόμμα τους – να κινηθούν είτε με αδιαφορία ή ακόμα και για να τιμωρήσουν. Αντίθετα, όπως όλοι θα θυμούνται την περίοδο προ των προεδρικών του 2018, ήταν οι Συναγερμικοί ψηφοφόροι που καθόρισαν τις εξελίξεις μέσα από μια σαφή και ξεκάθαρη θέση που έλαβαν έναντι των όσων συζητιούνταν τότε στους κομματικούς διαδρόμους και στην Πινδάρου.

Το 2004 η κρίση δεν αφέθηκε στα χέρια μιας άλλης νέας (ίσως και άπειρης) ηγεσίας. Αντίθετα η τότε ηγεσία ενέσκηψε επί του προβλήματος, και εν τέλει ενέπνευσε και τους ψηφοφόρους του κόμματος. Κάτι που δεν είδαμε να συμβαίνει αμέσως μετά τις προεδρικές εκλογές του 2023, όταν το κόμμα αφέθηκε στα χέρια μιας εντελώς νέας ηγεσίας. Γι’ αυτό και σήμερ, ενδεχομένως τα πράγματα θα πρέπει να λειτουργήσουν ανάποδα. Ίσως θα πρέπει να σηκώσει ανάστημα ο κόσμος του Συναγερμού, να στηρίξει την ηγεσία του και να μην παρασύρεται απ’ όσους τον σπρώχνουν προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Ούτε και θα πρέπει να παίξουν τα παιχνίδια του οποιουδήποτε επιχειρήσει ή θέλει να λειτουργήσει εκδικητικά. Γιατί στο τέλος-τέλος δεν είναι την Αννίτα που θα τιμωρήσουν, αλλά το κόμμα τους. Και δεν έδειξαν μέχρι τώρα να έχουν αυτή την τάση.