Όταν ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν αναφέρθηκε στην περίπτωση της μουσουλμανικής μειονότητας στην Θράκη με την γνωστή θέση περί τουρκικής μειονότητας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πήρε τον λόγο και παρέπεμψε στη Συνθήκη της Λωζάνης και την αναφορά περί μουσουλμανικής μειονότητας.

«Παράδειγμα αρμονικής συνύπαρξης η Θράκη, ο προσδιορισμός της μειονότητας ως μουσουλμανικής καθορίζεται από τη Συνθήκη της Λωζάνης» , ανέφερε χαρακτηριστικά ο Έλληνας Πρωθυπουργός σχολιάζοντας τις αναφορές Ταγίπ Ερντογάν.

Ο Τούρκος Πρόεδρος δεν έλαβε ξανά το λόγο,. Χειροκρότησε και οι δηλώσεις έκλεισαν, χωρίς να δοθεί συνέχεια στο θέμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ερντογάν αποδέχθηκε την παρέμβαση Μητσοτάκη ως διορθωτική στις αναφορές του, ούτε βέβαια σημαίνει αλλαγή της τουρκικής θέσης σε ο,τι αφορά το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Αντίθετα, το συγκεκριμένο ζήτημα είναι ένα από τα «μεγάλα ζητήματα», όπως τα χαρακτήρισε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, που οι δύο χώρες θα συζητήσουν σε κατοπινό στάδιο, «όταν οι συνθήκες ωριμάσουν».

Η επίσκεψη Ερντογάν στην Ελλάδα έκλεισε με γεύμα με τον Μητσοτάκη, στο οποίο όπως ανέφεραν τα ελληνικά ΜΜΕ, το μενού περιελάβανε κοινούς μεζέδες των δύο χωρών όπως ταραμά, ντολμαδάκια, ψάρι και θαλασσινά. Σιεφταλιές πάντως δεν είχε. Δεν χωρούσε στο μενού των κοινών μεζέδων. Κάπως έτσι όμως εξελίχθηκε και η πολιτική συζήτηση των δυο ηγετών την περασμένη Πέμπτη στην ελληνική πρωτεύουσα.

Το περιστατικό με την αναφορά στην μειονότητα της Θράκης από τον Ερντογάν και της διορθωτικής παρέμβασης από τον Μητσοτάκη χωρίς εκ νέου τοποθέτηση του Τούρκου Προέδρου, ήταν σημείο αναφοράς σε πολλά ελλαδικά ΜΜΕ, θέλοντας να αναδείξουν τις καλές προθέσεις από τουρκικής πλευράς προκειμένου να διατηρηθούν τα  «ήρεμα νερά» των σχέσεων των δύο χωρών. Είναι εξάλλου ακόμα νωπές οι μνήμες από το ταξίδι Δένδια στην Άγκυρα και την «on camera» αντιπαράθεση των δύο για το θέμα των τουρκικών παραβιάσεων στο Αιγαίο. Ενδεικτικό και αυτό του τότε κλίματος έντασης που επικρατούσε στις σχέσεις των δύο χωρών.

Σήμερα, η Κυβέρνηση Ερντογάν αναζητεί ξανά γέφυρες προς την ΕΕ και την δύση βλέποντας πώς η πολιτική απόσταση από τις Βρυξέλλες και τις ΗΠΑ, επιφέρει κόστος. Πολιτικό και κυρίως οικονομικό. Η Άγκυρα γνωρίζει πολύ καλά πώς η Αθήνα μπορεί να της ανοίξει το δρόμο ξανά και αυτό θέλει να επιτύχει με την αλλαγή στάσης της. Από την άλλη, η ελληνική Κυβέρνηση δεν θέλει να έχει ένα διαρκή πονοκέφαλο με καθημερινές προκλήσεις και παραβιάσεις του εναέριου χώρους της στις οποίες θα πρέπει να απαντά. Η απογείωση καθημερινώς πολεμικών αεροσκαφών, οι ναυτικές περιπολίες και η διαρκής επιφυλακή των ενόπλων δυνάμεων, συνεπάγεται κόστος. Δυσβάστακτο οικονομικό κόστος για την Ελλάδα, η οποία ασφαλώς προτιμά να διατηρεί μια ήρεμη σχέση με την γείτονα χώρα της.

Δεν ήταν τυχαία άλλωστε και η αναφορά του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στις δηλώσεις του, στο «Σύμφωνο Φιλίας» που υπέγραψαν το 1930 ο Ισμέτ Ινονού και ο Ελευθέριος Βενιζέλος λίγα χρόνια μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης με την οποία έληξε μια μακρά εμπόλεμη περίοδος μεταξύ των δύο χωρών. Την συμφωνία Ινονού- Βενιζέλου, παρά τις αναμενόμενες αντιδράσεις που καταγράφηκαν και στις δύο χώρες, ακολούθησε μια περίοδος ηρεμίας στις σχέσεις των δύο χωρών, η οποία ουσιαστικά τερματίστηκε τη δεκαετία του 1950 με αφορμή τις εξελίξεις στην Κύπρο και τις βρετανικές πολιτικές μηχανορραφίες που συνέτειναν καθοριστικά στην εξέλιξη της δημιουργίας του κυπριακού προβλήματος με την σημερινή του μορφή. Το Κυπριακό είναι ένα πλέον μόνιμο «αγκάθι» για πολλούς στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Είναι το μεγαλύτερο; Θα μπορούσε να ήταν, αλλά εξαρτάται και από ποια οπτική και πολιτική σκοπιά το αντιμετωπίζει κάποιος. Το δεδομένο είναι ότι σε αυτή την νέα προσέγγιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, το Κυπριακό δεν φαίνεται να χωράει. Οι σύντομες αναφορές των δύο ηγετών στις δημόσιες δηλώσεις τους, απλά κατέδειξαν σε ήπιο τόνο, τις διαφωνίες επί θέσεων αρχής στο Κυπριακό. Στη βάση των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών ο ένας, στη βάση των πραγματικοτήτων (όπως ο ίδιος τις αντιλαμβάνεται ασφαλώς), ο άλλος.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι και στην επικοινωνία που είχαν Χριστοδουλίδης- Μητσοτάκης, ο Έλληνας Πρωθυπουργός δεν είχε και κάτι ουσιαστικό να του αναφέρει σε σχέση με το Κυπριακό και τις προθέσεις Ερντογάν. Η Λευκωσία από την πλευρά της εστιάζει στο γεγονός ότι η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα έχει θετικό αντίκτυπο και στο Κυπριακό. Και κάπως έτσι, η ζωή συνεχίζεται…