Κυβερνά την Τουρκία τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ υπήρξε και δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης των 20 εκατομμυρίων, από το 1994 μέχρι το 1998.  Κερδίζει με άνεση ακόμα και τις δύσκολες εκλογικές αναμετρήσεις, αναδεικνύεται ταλαντούχος ακροβάτης της διεθνούς πολιτικής ,ενώ στην Τουρκία θεωρείται αδιαμφησβήτητος. Έχοντας να κυβερνήσει μια χώρα 80 εκατομμυρίων, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξέρει πως να μεταμφιέζει τον δικτάτορα που κρύβει μέσα του, όπως ξέρει πως να ενθουσιάζει τη μισή χώρα με εξάρσεις εθνικιστικής έπαρσης και ισλαμικού οίστρου. Εκείνο, όμως, που έδειξε ότι ξέρει καλύτερα από όλα, είναι να ελίσσεται ανάλογα με τα συμφέροντα της χώρας του τη δεδομένη στιγμή και συγκυρία.

Το 2022 ξεκίνησε τις δηλώσεις για «τη γεωγραφία της καρδιάς μας» και μάλιστα σε μια περίπτωση, πριν από έξι μήνες, είπε ότι «η γεωγραφία της καρδιάς μας φτάνει από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος. Θεσσαλονίκη, Μοσούλη, Ιερουσαλήμ τις βλέπουμε όπως τις δικές μας πόλεις – Τα πολιτικά και πολιτιστικά σύνορα της Τουρκίας δεν ορίζονται από τα επίσημα σύνορά της»!

Γιατί το είπε; Για πολλούς λόγους. Πρωτίστως διότι συνεχίζει να προσβλέπει στο να γίνει ο ηγέτης όλων των μουσουλμανικών κρατών. Κυρίως, όμως, επειδή έπρεπε να ρίξει εθνικισμό και ισλαμισμό ως παυσίπονο στον κοσμάκη που, λόγω της οικονομικής κατάστασης, δυσκολευόταν να αγοράσει ακόμα και το καθημερινό καρβέλι. Την Πέμπτη στην Αθήνα, όχι μόνο δεν διεκδίκησε τη Θεσσαλονίκη αλλά εξέπληξε διακηρύττοντας ότι, «είμαστε δύο χώρες που μοιραζόμαστε την ίδια θάλασσα, την ίδια γεωγραφία, το ίδιο κλίμα και μάλιστα τον ίδιο πολιτισμό σε πολλούς τομείς. Είναι αρκετά φυσικό να υπάρχουν προβλήματα σε δύο χώρες, πόσο μάλλον σε αδέρφια. Επιθυμούμε να γίνουμε παράδειγμα σε όλο τον κόσμο με τα κοινά βήματα που θα κάνουμε ως Τουρκία και Ελλάδα. Το λέω ανοικτά, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μεταξύ μας τόσο μεγάλο το οποίο να μην μπορεί να επιλυθεί, αρκεί να κινηθούμε με καλή πίστη και να επικεντρωθούμε στη μεγάλη εικόνα και να μην γίνουμε σαν κι αυτούς που περνούν τη θάλασσα, αλλά πνίγονται στο ποτάμι». 

Στο πλαίσιο αυτό εξαιρετικά σημαντική αποδεικνύεται η «Διακήρυξη των Αθηνών Περί Σχέσεων Φιλίας και Καλής Γειτονίας» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Ιδιαίτερα μάλιστα οι αναφορές ότι, «Τα Μέρη δεσμεύονται να απέχουν από κάθε δήλωση, πρωτοβουλία, ή ενέργεια που θα μπορούσε να υπονομεύσει ή να απαξιώσει το γράμμα και το πνεύμα αυτής της Διακήρυξης ή να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή τους. Καθώς και ότι «Τα Μέρη θα προσπαθήσουν να επιλύσουν οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ τους με φιλικό τρόπο, μέσω απευθείας διαβουλεύσεων μεταξύ τους ή με άλλα μέσα αμοιβαίας επιλογής, όπως προβλέπεται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

Εδώ θα πρέπει αν σημειωθεί ότι ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας αναβαθμίστηκε ουσιαστικά μετά την κρίση του ουκρανικού καθώς ο Ερντογάν, με ένα τρόπο αξιοθαύμαστο συνδιαλεγόταν και συναλλασσόταν και με τους δύο εμπόλεμους. Μάλιστα την ώρα που οι ΗΠΑ και ακολούθως η Ε.Ε. επέβαλλαν κυρώσεις στη ρωσική  πλευρά και μέτρα σε όσους τολμούσαν να την στηρίξουν –ασχέτως αν κάποιοι αγόραζαν και αγοράσουν ακόμα καύσιμα από τη Μόσχα, η Άγκυρα ήταν και παραμένει στο απυρόβλητο. Διότι οι ΗΠΑ, για γεωστρατηγικούς λόγους είναι αναγκασμένες να εξευμενίζουν την Τουρκία και έχουν ήδη κάμει κινήσεις ευμενείς προς την Άγκυρα για τα F16, ενώ οι πλείστες χώρες της ΕΕ θα δεχτούν καταστροφικό πλήγμα αν διαρρήξουν τις οικονομικές τους σχέσεις με την Άγκυρα. Με άξονα αυτή την ευρωπαϊκή ανάγκη και βλέποντας ότι φοβούνται να παρενοχλήσουν την Άγκυρα οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ο Ερντογάν που επί των ημερών του  η Τουρκία ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις για την ένταξή της στην ΕΕ, 45 χρόνια μετά το πρώτο αίτημα της, ανεβάζει τώρα πανιά για νέα ευρωπαϊκή ρότα. Εξού και η νέα εικόνα και ρητορική που εγκαθιδρύθηκε την Πέμπτη στην Αθήνα.

Μια βδομάδα πριν, στις 30/11/2023 οι Βρυξέλλες εξέδωσαν ανακοίνωση δια της οποίας ζητούσαν δημιουργία «ευνοϊκότερου κλίματος για επανάληψη των συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού» ώστε να προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας. Τουτέστιν η νέα ευρωτουρκική σχέση τίθεται από την Κομισιόν ως προϋπόθεση για να αρθεί το  επταετές αδιέξοδο στο Κυπριακό και να αρχίσει η ίδια διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα για  μια ενισχυμένη Τελωνειακή Ένωση. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνο που βαραίνει την πλάστιγγα υπέρ του Κυπριακό είναι ότι η αναβάθμιση-ενίσχυση της Τελωνειακής Ένωσης ισοδυναμεί με οφέλη δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως και για τις δύο πλευρές, πράγμα που αποτελεί καταλύτη για όλους και ιδιαίτερα μια Κύπρο που θέλει λύση.

Για τούτο ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης πρέπει να στηρίξει, όπως και ο Μητσοτάκης έκαμε την Πέμπτη, την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Θα πρέπει σε συνεννόηση με την Αθήνα τώρα που στη διπλωματική βράση κολλάει το σίδερο, να πάει σε μια ρύθμιση του Κυπριακού έτσι ώστε να μπει η όλη διαδικασία σε μια win-win κατάσταση.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης –αν ειλικρινά θέλει να λύσει το Κυπριακό, όπως διακηρύσσει, θα πρέπει να ασχοληθεί με την ουσία και να σταματήσει να τρέχει γύρω από ανούσιες εξελίξεις, όπως η Πύλα και η κάμερα «στο σπίτι της Μαρίας» στον Άγιο Δομέτιο. Εδώ υπάρχει η πρόταση της ΕΕ για οργάνωση Διάσκεψης Ανατολικής Μεσογείου για το φυσικό αέριο. Κάτω από το φάσμα των σημαντικά βελτιωμένων σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας μια πρωτοβουλία από τη Λευκωσία που θα περιλαμβάνει και την Άγκυρα στο πλέγμα αυτό, θα αποτελέσει κίνηση εξαιρετική σημασίας για την Κύπρο και θα αναβαθμίσει και τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στο διεθνές πεδίο. Αν δεν αφήσει να χαθεί το μομέντουμ στη Σύνοδο Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλιου στις 14 και 15 Δεκεμβρίου στην ατζέντα της οποίας υπάρχει συζήτηση για τα Ευρωτουρκικά.

paraschos.andreas@gmail.com