Είναι όντως καταθλιπτικό ν’ αντικρίζουμε όλα σ’ ένα μαύρο-κατάμαυρο φόντο. Το ότι δηλ. η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων διεθνών ερευνών για τις επιδόσεις μαθητών, όπως εκείνων του PISA και ICCS 2022, προκαλεί κάποια ταρακουνήματα και μας προσγειώνει – έστω για πολλοστή φορά – στην καραμπινάτη πραγματικότητα ως προς τα επίπεδα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, είναι έστω μια ικανότητα.

Το ζητούμενο είναι κατά πόσο οι όποιες ευαισθησίες που αφθονούν στον απόηχο του «πάτου» που μάς φέρνουν γι’ άλλη μια φορά τα πρόσφατα αποτελέσματα, είναι ειλικρινείς με την ίδια ένταση, διάρκεια και συνέπεια. Και δεν εκδηλώνονται, βέβαια, δοθείσης ευκαιρίας. Έτσι απλά για να γίνεται περισσότερος ντόρος και θόρυβος… Εδώ εστιάζει ακριβώς ένα άλλο πονεμένο κομμάτι. Γιατί αν κοιτάξουμε προς τα πίσω δεν θα δυσκολευτούμε να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για μια πραγματικότητα που βοά εδώ και δεκαετίες, με εμφανή την αδυναμία να πράξουμε τα δέοντα και με το όποιο κόστος.

Η ίδια η υπουργός, η οποία έχει γνώση των πραγμάτων, δεν μάσησε τα λόγια της και μίλησε ξεκάθαρα. Το εκπαιδευτικό σύστημα απαιτεί εκ βάθρων αναδόμηση. Αυτό που σαν κόρη οφθαλμού συντηρούμε και μετά μανίας διαφυλάσσουμε, παραμένει ασφυκτικά προσκολλημένο και προσδεμένο στη γνώση και μάλιστα την στείρα, χωρίς να δίνεται έμφαση στον παράγοντα δεξιότητες-ικανότητες. Όπως μάς βγαίνει χρειάζεται μια εκ βάθρων δόμηση του όλου συστήματος, η οποία όμως προϋποθέτει βήματα μελετημένα, προσεγμένα και κυρίως στοχευμένα. Τέτοια, που καμιά σχέση να μην έχουν με πειραματισμούς του παρελθόντος και με μεταρρυθμίσεις της κακιάς ώρας, ικανές μόνο να καθιστούν τους μαθητές πειραματόζωα…

Ο Διευθυντής Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ Andreas Schleicher, ο οποίος ηγείται του Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA), υπέδειξε σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι η κάθε χώρα από μόνη της ν’ αποφασίσει ποιες μεταρρυθμίσεις χρειάζονται. Σωστός, γιατί δεν είναι θέμα ενός κακέκτυπου μιμητισμού και μιας στείρας αντιγραφής μεθόδων και συστημάτων.

Το στοίχημα για το σύγχρονο σχολείο, όπως επιμένουμε να οραματιζόμαστε, ξεκινά από κάποιες βασικές προϋποθέσεις. Αυτές, μεταξύ άλλων, έχουν να κάνουν και με την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης – πόσο πολύ μάς λείπει;- και της πραγματικής μάθησης, που να συνδυάζει και να ισορροπεί την πραγματική γνώση με την δεξιότητα-ικανότητα, την εκπαίδευση με την ευρύτερη έννοια της παιδείας. Πριν όμως απ’ όλα χρειάζεται η τόλμη για μια ειλικρινή αυτοκριτική, με την οποία φαίνεται να έχουμε αλλεργία. Μπορεί για παράδειγμα ν’ αντέξουμε μπροστά στο αμείλικτο ερώτημα γιατί ένας μαθητής σήμερα όχι μόνο δεν είναι ευτυχισμένος στο σχολείο αλλά αντίθετα αποτελεί βασική πηγή άγχους και τον κάνει φοβερά δυστυχισμένο; Να μην θυμίζουμε και τις έρευνες για τους πιο αγχώδεις νέους. Μπορεί να μας απασχολήσει ακόμα όχι το πόσα διδάσκουμε – ως στοιβαγμένη γνώση – αλλά πώς τα διδάσκουμε; Το ότι η γνώση κατακτιέται; Και η απάντηση σ’ αυτά έχει να κάνει ακριβώς με τα έργα και τις μέρες μας.