Mέρος Β΄: Ο θείος με τα toffies και τα δώρα

Ο θείος Χριστόφορος, που τον φώναζαμε Ττόφα, μετανάστης στη Μεγάλη Βρετανία και πολύτεκνος πατέρας ένιωθε βαθύ χρέος να γνωρίσει στην οικογένειά του τη μακρινή του πατρίδα. Με τα χρόνια και παρά τις οικονομικές δυσκολίες και την ακρίβεια των αεροπορικών ναύλων, έφερε και τα οκτώ παιδιά του στο νησί, συνοδευόμενος κάθε φορά από ένα.

Έλεγε πως όταν έβγαινε σε σύνταξη, θα ερχόταν να εγκατασταθεί μόνιμα στο χωριό του κάτω από μια τερατσιά. Στη βαλίτσα του είχε κάθε φορά σοκολάτες χωρίς ζάχαρη για διαβητικούς, δώρο για τη γιαγιά Δέσποινα, ενώ στα παιδιά έδινε τενεκεδένια κουτιά με toffies που απεικόνιζαν έφιππους φρουρούς των ανακτόρων, το Tower Bridge ή μιαν Εγγλέζα με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά και ένα μπερέ στο κεφάλι. Στα άδεια κουτιά φυλάγαμε μπισκότα, φωτογραφίες ή κοσμήματα. Για χρόνια μάλιστα νομίζαμε πως τα toffies αυτές οι καραμελιζέ κουφέττες που κολλούσαν στα δόντια μας, βγάζοντάς μας ενίοτε τα σφραγίσματα, λέγονταν έτσι επειδή μας τις έφερνε ο θείος Ττόφας.

Κατά την παραμονή του στο νησί, αν ήταν Απρίλιος, χανόταν ολημερίς στα ανθισμένα περβόλια. Η μυρωδιά των ανθών του προκαλούσε δάκρυα, όπως η περιφορά του Επιταφίου, ακόμη και η σούπα φακή της Αγίας Παρασκευής με κόλιαντρο, κρεμμυδάκια και ξύδι που η γιαγιά έφτιαχνε τη μέρα αυτή με τα δάκρυα της να χύνονται στην κατσαρόλα. Τα γλυκόπικρα δάκρυα της χαρμολύπης.

Κάποιες χρονιές ερχόταν Μάιο μήνα, για να παρευρεθεί στο πανηγύρι των πολιούχων αγίων της Τόχνης, Κωνσταντίνου και Ελένης. Μύριζαν ήδη ξερό χόρτο οι κάμποι και τα σπίτια γιασεμί και βασιλικό. Με το μαγιάτικο αερούδι κυμάτιζαν τα σπαρτά στα χωράφια και τα χρυσά στάχια έσμιγαν με τη θάλασσα του Ζυγίου. Δεν έχανε λειτουργία, έψαλλε στον εσπερινό και στον όρθρο, απίστευτο πώς θυμόταν ακόμη απ’ έξω τόσες ψαλμωδίες, που πολλές δεκαετίες πριν, έψελνε ο πατέρας του ο Παπαρτέμης, βγαίνοντας από τη μεγάλη πύλη του ιερού.

Τις ώρες που δεν ήταν στην εκκλησία έπαιζε τάβλι και κουβέντιαζε με τους συγχωριανούς που τον κερνούσαν καφέδες, ζιβάνα ή στερκό κρασί που συνόδευε με ψωμί και ελιές τσακιστές. Οι μουσικές από το πανηγύρι ακούγονταν σε όλο το χωριό ενώ ο θείος αγόραζε κουαμέ, σουτζιούκκο, τσαμαρέλλα και λουκάνικα που έψηναν στα κάρβουνα για μεζέ. Έμενε στο σπίτι του αδελφού του Τηλέμαχου και της Χρυσής, που όλοι στο χωριό φώναζαν ο «Άσπρος» εφόσον ήταν αλμπίνος. Ανηφορίζοντας προς τα εκεί, τον σταματούσαν οι τουρκοκύπριοι συγχωριανοί του για να τον τραττάρουν ένα λουκούμι, ένα γλυκό στο πόδι, ένα κομματάκι παστουρμά στου Ερχάν και ένα σιεφταλί ή ένα κουπέπι, καθώς έπιανε την κουβέντα με τον Χουσείν. Ώσπου να φτάσει στο σπίτι πάνω στον λόφο ήταν ήδη χορτάτος και τον μάλωνε η νύμφη του, η Χρυσή, που δεν άφηνε χώρο για τα δικά της φαγιά.

Όταν επισκέφθηκε το χωριό τον Μάιο του 1975, ένα χρόνο μετά την τουρκική εισβολή, βρήκε τους κατοίκους του μαραζωμένους μετά και τον αποτρόπαιο αφανισμό των συγχωριανών τους από τους πραξικοπηματίες τον Ιούλιο του 1974. Δεν ξανάρθε στο νησί μήνα Μάιο, «είμαστε για τα παναΰρκα» έλεγε, πότε βάζοντας θαυμαστικό και πότε ένα βαθύ ερωτηματικό στην πρότασή του. Επιστρέφοντας πίσω στο Ηνωμένο Βασίλειο, άρχισε να παραμιλά στον ύπνο του ενώ συχνά μιλούσε μόνος του τη μέρα, μας έλεγε ανήσυχη η σύζυγός του, η θεία Lucy.

Πλέον στην κάθοδό του στο νησί έμενε στην πόλη, στην αδελφή του την Ανδριανή, δίπλα στη θάλασσα και στο Άι Γιωρκούδι. «Μόνον η θάλασσα ημερεύκει με» έλεγε. Χαιρόταν να κόβει τους πρώτους βαβάτσινους και την πρώτη πρώιμη παττίχα, λέγοντας «Άτε τζαι καλόν χρόνον». Κι όταν άκουγε το σφύριγμα ή το σούρσιμο μιας φίνας κι όλοι έτρεχαν να μπουν στο σπίτι τρομαγμένοι αυτός ατάραχος έλεγε «Καλώς μου την, άτε τζαι καλόν καλοτζαίριν. Οι κουφάδες ένεν σαν τους ανθρώπους, αν δεν τες πειράξεις, εν σε πειράζουν». Ερχόταν σπίτι μας για φαγητό, περπατώντας κατά μήκος της Ακτής Ολυμπίων και η γιαγιά του ετοίμαζε τα αγαπημένα του φαγητά: oκταπόδι καθιστό, φασολάδα, φατζιή μουντζέντρα, τταβά τοχνίτικο. «Εδιασκέδασα πολλά το καθιστό σου Δέσποινα» έλεγε. Τις νύχτες τον παίρναμε έξω για πίττα σουβλάκι, ενισχυμένη με μπόλικο κρεμμύδι και παγωμένη μπύρα.

Τις μέρες πριν την επιστροφή του στην Αγγλία, ήταν πάντα συννεφιασμένο το πρόσωπό του σαν τον εγγλέζικο ουρανό. Οι αδελφές και αδελφότεκνες του γέμιζαν τη βαλίτσα του με χαλούμια και αλλά κυπριακά προϊόντα που μοίραζε στα παιδιά του αλλά ο ίδιος δεν τα έβαζε στο στόμα του. «Πιστεύκεις, πως ούλλα χάνουν τη γεύση τους σε τούντην χώρα; Εν τόσον υγρός τζαι πηχτός ο αέρας που χάνουνται οι γεύσεις… Οι ελιές οι τσακιστές, ακόμα τζαι το ψωμί πικρίζουν».

Μόνο τότε κατάλαβα την έννοια του πικρού ψωμιού της ξενιτειάς. Όντως, η βασιλόπιττα και ο καφές ο κυπριακός έχουν την ίδια γεύση και άρωμα σε άλλη χώρα; Ο κατεξοχήν καφές που πίνεται με παρέα.

Εύχομαι καλή νέα χρονιά, ειρήνη στον κόσμο και στις ψυχές μας και όμορφες στιγμές με αγαπημένα μας πρόσωπα, με ωραίες γεύσεις και μυρωδιές.

«Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει» ( Τάσος Λειβαδίτης)

dena.toumazi@gmail.com