Mέρος Γ΄: H ανθοδέσμη από ελιά, κυπαρίσσι και τερατσιά
Ο θείος Ττόφας είχε ζήσει τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του στο νησί-αγγλική αποικία. Όταν δεν βοηθούσε τον ιερέα πατέρα του στην εκκλησία χανόταν στα χωράφια με τα σπαρτά, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις πορτοκαλιές, σε ρεματιές και στην ακροθαλασσιά, κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου. Τα επόμενα εξήντα τα πέρασε στο μουντό Λονδίνο μες στην αιώνια καταχνιά και το ψιλόβροχο. Έπαιρνε, μες στο πρωινό σκοτάδι, τον υπόγειο για να πάει στη δουλειά. Στα σκοτεινά και όταν επέστρεφε σπίτι. Δεν είχε ποτέ δικό του αυτοκίνητο και κυκλοφορούσε με τις δημόσιες συγκοινωνίες ή με τα πόδια.
Σήμερα ήταν για πρώτη φορά επιβάτης σε μια πολυτελή μαύρη λιμουζίνα, από αυτές που για δεκαετίες στάθμευαν μπροστά από τον χώρο εργασίας του, στο ξενοδοχείο Savoy, από τις οποίες αποβιβάζονταν ή επιβιβάζονταν οι πλούσιοι πελάτες και ένοικοί του. Τέσσερις butlers με μαύρο κουστούμι, φράκο, papillon και λουστρινένια σκαρπίνια, τον σήκωσαν στα χέρια τους, παίρνοντας τον μέχρι την πόρτα του σπιτιού του, στην εργατική συνοικία του Highbury, στο Βόρειο Λονδίνο. Βάδιζαν με επίσημο βηματισμό και απόλυτη πειθαρχία. Ακολουθώντας τη μαύρη προεδρική λιμουζίνα, ξεκίνησε η πομπή για την εκκλησία, με τα ταπεινά αυτοκίνητα που μετέφεραν τη σύζυγο, τα παιδιά και τα εγγόνια του, τα οποία μαζεύτηκαν από διάφορες γωνιές της Αγγλίας για να του πουν το ύστατο χαίρε.
Στο chapel, το ξωκλήσι έγινε η τελετή χωρίς κανείς να του ψάλει το «Μακαρία η οδός ….», την αγαπημένη του λειτουργία, όπως έλεγε πάντα. Η ταφή έγινε στον οικογενειακό τάφο δίπλα από την πρωτότοκη κόρη του, την Πηνελόπη. Μια πλάκα μόνο, χωρίς σταυρό και μια εγγλέζικη τριανταφυλλιά που με τα χρόνια ο κορμός της έγινε χοντρός με τεράστια αγκάθια και κάθε καλοκαίρι μοσχοβολούσαν τα ρόδα της. Ήμουν η μόνη εκπρόσωπος της κυπριακής του οικογένειας, εναποθέτοντας στον θείο μια ανθοδέσμη από ελιά, κυπαρίσσι και τερατσιά που έφερα από το νησί. Τότε τον άκουσα με βεβαιότητα να λέει «επήεν η ψυσιή μου στον τόπο της κόρη μου». Δεν τόλμησα να το πω σε κανένα γιατί οι Άγγλοι συγγενείς θα έλεγαν πως είμαστε όλοι οι Κύπριοι αλαφροΐσκιωτοι και όπως τον θείο, ακούμε να μας μιλούν τα πνεύματα ή μιλούμε μεγαλόφωνα με τον εαυτό μας, όπως έκανε και ο θείος τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Μες στη ζέστη εκείνου του Ιουλίου αρχίνησε να βρέχει. Εκείνο το εγγλέζικο αόρατο ψιλόβροχο, διακριτικό και ευγενικό, που σου ακονίζει τα νεύρα. Μούσκεψε το χώμα και η ψυχή μου, μύριζαν τα φύλλα των ίταμων που φυτρώνουν στα αγγλικά κοιμητήρια αντί των δικών μας κυπαρισσιών. Η υγρή εγγλέζικη γη δέχτηκε ακόμη ένα μετανάστη από το νησί το οποίο υπήρξε αποικία της πάλαι ποτέ Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το νησί με τις ελιές, τις χαρουπιές και τα εσπεριδοειδή, που με το ένα πόδι πατά στην Ευρώπη ενώ με το άλλο στη Λεβαντίνη, παίζοντας κουτσό ανάμεσα Ασίας και Αφρικής. Σαν ένα τζίνι κλεισμένο στο μπουκάλι καταλύει αιώνες μοναξιάς, σκλαβωμένο από Σαρατζηνούς και λογής-λογής κατακτητές, με τον αιώνιο πόθο για ελευθερία. Θα ’ρθει ποτέ η στιγμή που θα ελευθερωθεί από την κατάρα της κατοχής;
Μετά την ταφή ακολούθησε γεύμα σε pub, με τους άγνωστους μέχρι τότε θείους και ξαδέλφια και τα παιδάκια τους, το μισό σόι ξανθό με γαλάζια μάτια, ενώ το άλλο μισό με κατάμαυρα μαλλιά και μάτια σε σχήμα αμυγδάλου, όπως ο θείος Ττόφας. Μαζί ήπιαμε μπύρες, φάγαμε fish and chips ενώ διηγούνταν ιστορίες για τον θείο. Θυμήθηκαν τους καυγάδες του τα τελευταία χρόνια με τη θεία Lucy, η οποία όντας βασιλική ήθελε να παρακολουθεί το κανάλι που μετέδιδε τις κινήσεις της βασιλικής οικογένειας, ενώ ο θείος ήταν αντιβασιλικός ως το κόκκαλο από τότε που η βασίλισσα δεν έδωσε χάρη στον Μιχαλάκη Καραολή. Έτσι τα παιδιά του, τού έκαναν δώρο μια άλλη τηλεόραση από την οποία παρακολουθούσε όλη μέρα κούρσες με «αππάρους τζαι σιύλλους», φωνάζοντας όταν έχανε το άλογο ή ο σκύλος στα οποία είχε στοιχηματίσει.
Μου έδωσαν ένα φάκελο με το τελευταίο γράμμα που του είχε στείλει η αδελφή του η Δέσποινα, η γιαγιά μου, όπου του έγραφε μεταξύ άλλων:
«Φέτος Χριστόφορε οι Καλικάντζαροι, εστήσαν χορόν πας στα κεραμίδια της κάμαρης μου. Εγέννησεν μια σκαλαπουντούρα, άκουα τα μωρά της να χορεύκουν ούλλον το Δωδεκαήμερον, τζαι εκόφκαν μου τα λεμόνια που την λεμονιά μου. Ερίξαμεν τους λουκάνικα τζαι ξεροτήαανα ανήμερα των Φώτων, εδίξαμεν τους σταυρό, αλλά τίποτε. Αύριον εν νάρτει ο Παπάντωνης να κάμει αγιασμόν, να τους ραντίσει καλά-καλά τζαιν να φύουν. Εσείς ίνταλος τζαι μπορείτε να ζείτε σ’ έναν τόπον χωρίς Καλικάντζαρους;
Σε ασπάζομαι,
η αδελφή σου, Δέσποινα».
Πόσο μας λείπουν κυρίως τις γιορτές τα αγαπημένα πρόσωπα που φώτιζαν και ζέσταιναν τα παιδικά μας χρόνια, με ιστορίες, θρύλους και δοξασίες. Είχαν τη δύναμη να ανατέλλουν καθημερινά τον ήλιο της δικαιοσύνης και να μας σιέπουν με την ανιδιοτελή αγάπη τους και τις ευχές τους.
Καλά Θεοφάνια και μια φωτεινή νέα χρονιά εύχομαι.
dena.toumazi@gmail.com