Καθώς το αυτοκίνητο δέρνεται στον κακοτράχαλο δρόμο προς το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που σκόπιμα η κατοχή τον άφησε να μετρά κι αυτός τις πληγές του από το ’74 και εντεύθεν, το χρονικό μιας νέας τραγωδίας μόλις αρχίζει να απλώνεται μπροστά μου. Σαν καρπασίτικη μαντήλα που, ξεθωριασμένη όπως έγινε από το διάβα των πενήντα χρόνων, μαύρισε αιφνιδίως στη θέα της νέας εισβολής. Κι αυτό που αντιλήφθηκα αφήνοντας πίσω μου το Πογάζι ήταν πως στο Τρίκωμο η νέα εισβολή έδωσε ήδη τα διαπιστευτήρια της. Χωρίς τανκς και κανόνια αλλά με μοντέρνα οικοδομικά και εμπορικά μεγαθήρια Ρώσων, Ισραηλινών και Ιρανών ιδιοκτητών. Η γριά κατοχή απέκτησε αντίζηλο που την εκτοπίζει αλλάζοντας την κλεπταποδοχή με ένα σύγχρονο ιδιοκτησιακό καθεστώς που πουλά τίτλους κατοχής που δεν του ανήκουν. Όπως κάνανε και κάποιοι δικοί μας που πλούτισαν πουλώντας ευρωπαϊκές υπηκοότητες σε συσκευασία διαβατηρίων.
Ναι, έτσι είναι, «καθένας όπως νιώθει», κι εγώ δεν ένιωθα πολίτης τ’ ουρανού αλλά πληβείος της αβύσσου. Διότι άρχισα να βλέπω καθαρά πώς θα αλλάξει το τοπίο όταν οι νέοι εισβολείς θα δούνε το πέρκαλλο Καρπάσι, που μισό αιώνα τώρα ζει σχεδόν άδειο κι ερειπωμένο χωρίς τους ιθαγενείς ιδιοκτήτες του. Αυτούς που προχθές τους βγάλανε από εκείνες τις ετοιμόρροπες πολυκατοικίες των συνοικισμών για να τις κατεδαφίσουν και να τις ξαναχτίσουν. Εκείνους που κατέρρευσαν από τη μιζέρια και που μαζί τους κατέρρευσαν και οι πολιτικές διακηρύξεις τύπου «μακροχρόνιος θα είναι ο αγών», «Καρπασία-επιστροφή», καθώς οι περήφανοι πολίτες της «Τρίτης Βιέννης», όσοι ζούνε ακόμα, κατέληξαν δυσπραγούντες, ακτήμονες και άστεγοι στη Λευκωσία, τη Λεμεσό και αλλαχού. Όσοι δε επέμεναν στον μακροχρόνιο, έφυγαν από τη ζωή χωρίς να δουν το αποτέλεσμά του στο σημερινό Τρικώμο και στην Αμμόχωστο, που «ετοιμάζεται» να βγει στο ξεπούλημα, ώστε να ανακράξουν mea culpa. Οι δε ακόλουθοί τους που ακόμα συνεχίζουν να κανοναρχούν υπέρ του μακροχρόνιου των Μακαρίου, Δούντα και Τάσσου, αφού έκαμαν μακροχρόνιες καριέρες «προσδεδεμένοι» στα πετραχήλια και στις ζώνες των ανυποχώρητων ηγετών, χειροκροτούν σήμερα τα τέκνα τους που καταλαμβάνουν θέσεις στη νέα κυβέρνηση.
Κατεβάζω στροφές και το όχημα κυλά στην άκρη του δρόμου μέχρι που σταματά. Με το βλέμμα περπατώ σε παραθαλάσσια βράχια. Οι αχινοί, τα καβούρια και κάτι μικρά ψαράκια παίζουν κρυφτό με το υπέροχο φως του καρπασίτικου τοπίου. Το νερό είναι διάφανο, τόσο που στα 500 μέτρα βλέπω μια τεράστια χελώνα να κινείται σαν υπέροχο ζωντανό υποβρύχιο. Αλήθεια, τόσο διάφανο και θελκτικό είναι το νερό, που θέλεις να το πιείς. Αλμυρό έστω! Η θάλασσα χωρίς την αλμύρα της όμως, είναι σαν γυναίκα χωρίς μήτρα. Άκαρπη κι ανέραστη. Και ποτέ κανείς σ’ αυτή δεν θα μπορούσε να πνιγεί…
Πιάνω ξανά τη στράτα καθώς το τοπίο συνεχίζει να με προκαλεί. Δεξιά θάλασσα, ζερβά γιαλός. Τι Φύση; Μωσαϊκό πέτρας, αμάραντου, λειχήνας και καρκαλίνας. Τι Άγιος; Ποσειδώνας, Νηρέας, Θέρισσος! Άξαφνα χάνονται οι όρμοι και οι κάβοι και η στεριά αλλάζει σχήμα. Μαρίνες σύγχρονες με σκάφη πολυτελείας λιάζονται νωχελικά σε ξαπλώστρες λευκές, στα μπλε της χερσονήσου. Κάτι σαν προέκταση του Τρικώμου. Θέλω οπωσδήποτε καφέ. Κατεβαίνω στου Τήλλυρου φίλου μου, του Ερντογάν, το παραθαλάσσιο ψαράδικο ταβερνείο. Δεν τον βλέπω τριγύρω, είναι όμως εκεί η γυναίκα του η Σονάι, η γιατρός με το μόνιμο χαμόγελο στα χείλη. Από την Τηλλυριά κι εκείνη, κόρη φεουδάρχη με 300 σκάλες περιουσία. Ζητώ καφέ και ρωτώ πού είναι ο Ερντογάν, καθηγητής φυσικής το επάγγελμα. Μου δείχνει στον τεράστιο βράχο κάτω από το ταβερνείο τον άντρα της να κόβει κομμάτια ψωμί και να ταΐζει μια τεράστια χελώνα. Ήταν σίγουρα αυτή που συνάντησα ενωρίτερα κι ήρθε και με περίμενε. Έπαιρνε το ψωμί που της έριχνε ο Ερντογάν, έκανε ένα τεράστιο κύκλο στο νερό κι επέστρεφε για το επόμενο κομμάτι. Με είδε ο φίλος μου και μου φώναξε, «ο κύκλος της ζωής, που πλάσμα σε πλάσμα».
Έφυγα για τη Γιαλούσα κι έφτασα εκεί στο μάζεμα των καπνών, τα χαρτιά του επιστάτη έγραφαν 1936. Οι φυτείες γεμάτες εργάτριες. Ο αγάς έφτασε καβάλα στο μουλάρι και στο κατόπι του δύο μισταρκοί. Σταμάτησε, έπιασε μια ρούσα από τα μαλλιά και την έσπρωξε μέσα στα φυτά… Σηκώθηκε, έφτιαξε το ζωνάρι του, ο μισταρκός του έδωσε και ήπιε νερό, καβάλησε και συνέχισε την επιθεώρηση. Πιο κάτω ο επιστάτης μόλις τον είδε άρχισε τους τεμενάδες. Τον φώναξε και τον ρώτησε κάτι. Εκείνος του έγνεψε και τον οδήγησε πιο απόμερα που ήταν δύο κοριτσόπουλα 15-16 χρονών. Ο αγάς πλησίασε κι όπως ήταν καβάλα, άρπαξε τη μια και την έβαλε στα καπούλια του μουλαριού. Την άλλη μέρα τον βρήκαν το πρωί σφαγμένο κάτω από μια στοίβα φυτών καπνού. Εξήντα χρόνια μετά το καράβι με έβγαλε στην Κάλυμνο, το νησί των σφουγγαράδων. Έκατσα σε ένα παραθαλάσσιο καφενείο για να μαζέψω ιστορίες. Κύπριος; Ναι, λέω. Εκείνος εκεί είναι Κύπριος μου λέει ο καφετζής. Πήρα τον καφέ μου και πήγα στο τραπέζι του. Να κάτσω; Κόπιασε! Ήταν ο Γιακουμής, αυτός που σκότωσε τον αγά πριν 60 χρόνια. «Πήρε την Καλλιόπη μου και την πήγαινε στο σαράι του. Την αγαπούσα πολύ. Τι να έκανα; Τον σκότωσα με την τσάπα, πήρα την Καλλιόπη, μπήκαμε σε μια βάρκα και μετά από μέρες βγήκαμε εδώ».
«Ο κύκλος της ζωής», σκέφτηκα, χαιρέτησα τον Γιακουμή και συνέχισα προς τον Απόστολο Ανδρέα. Πριν το μοναστήρι, εκείνη η απείρου κάλλους παραλία του Παχύαμμου με τη χρυσή αμμουδιά. Άραγε σε 60 χρόνια ποιος θα τη διαφεντεύει; Το είπε τόσο απόλυτα ο Ελύτης: «Τόσο δύσκολο, μα τόσο δύσκολο να αφήσεις την εποχή σου να σε σφραγίσει χωρίς να σε παραχαράξει»!
Καλή χρονιά!