Δείγμα απελπιστικά τυποποιημένου, ασυνάρτητου και αχρείαστου λόγο, από τον νέο υπουργό Υγείας της Κύπρου, Μιχαήλ Δαμιανού, νομικού και αντιπροέδρου του ΔΗΚΟ, ενός εκ των κομμάτων που στήριξε και «έβγαλε» Πρόεδρο τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Δεν τον γνωρίζω τον άνθρωπο, μακάρι να είναι ικανός και να πετύχει. Οι αναγνώστες γνωρίζουν καλά το χούι μου όταν μιλάει κάποιος δημόσια, να λέει λίγα και καλά. Και, μάλιστα, με καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας. Το κείμενο που ακολουθεί, αναρτήθηκε «σπαστά» στο Twitter χθες:
«Ευχαριστώ θερμά τον Έντιμο Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε επιλέγοντάς με ως Υπουργό Υγείας. Ο τομέας της υγείας, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις για τις οποίες είμαι έτοιμος να εργαστώ με σοβαρότητα και υπευθυνότητα μαζί με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, προς αποφασιστική και αποτελεσματική επίλυση. Όσον αφορά στο ΓεΣΥ, στόχος μου είναι η στήριξη της αρχιτεκτονικής του με την παράλληλη αναβάθμισή του μέσω της επίλυσης των προβλημάτων και των προκλήσεων που έχουν παρουσιαστεί. Αντιλαμβανόμενος πλήρως το νευραλγικό υπουργείο το οποίο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μου έχει εμπιστευτεί, δηλώνω πως θα εργαστώ με όλες μου τις δυνάμεις έχοντας πάντοτε στο επίκεντρο τον άνθρωπο».
Δεν ξέρω εάν το έγραψε ο ίδιος, ή κάποιος συνεργάτης του. Όπως και να ’χει, τον καλώ να το ξαναδιαβάσει, και να προσέξει ιδιαίτερα τις λέξεις και τις φράσεις που υπογράμμισα. Ο δημόσιος λόγος αντικατοπτρίζει το πρόσωπο που τον εκφράζει και αυτό που «είναι». Δεν χρειάζεται να είναι ούτε επιτηδευμένος, ούτε ξύλινος εάν ο φορέας του δεν είναι αυτό το «πράγμα». Το «θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ», αρκεί. Και εκτιμάται από εκείνους, τους πολίτες σαφώς, που μπορεί να έχουν ακούσει τα «στερεότυπα» πολλές φορές. Είμαι σίγουρος ότι ο άνθρωπος κατέχει τη γλώσσα και ως νομικός τη χειρίζεται καλά. Μην τη νοθεύει με «πολιτικίστικα». Π.χ., αυτό το «στήριξη της αρχιτεκτονικής» του ΓεΣΥ, καλύτερα να το αφήσει να γκρεμιστεί.
Μην νομίζετε ό,τι και στην Ελλάδα είναι και πολύ καλύτερα τα πράγματα. Το αξίωμα που πάντα ωφελεί και πιάνει τόπο, είναι εκείνο που μας έλεγαν πάντα οι καλοί μας δάσκαλοι (και δόξα τω Θεώ τέτοιοι υπάρχουν πολλοί), όταν μας άκουγαν να αραδιάζουμε διάφορα, ασυνάρτητα και πομπώδη, «καλά, πες το μας τώρα με απλά, δικά σου λόγια».
Δυστυχώς, ο τηλεοπτικός και ηλεκτρονικός λόγος έχει επικρατήσει παντού. Αν ακούσετε, φερ’ ειπείν, πως περιγράφεται (από ΜΜΕ, πολιτικούς, αλλά και από απλούς πολίτες) κάτι πολύ απλό σαν ένα έντονο καιρικό φαινόμενο ας πούμε, θα φρίξετε. Ακόμα και άνθρωποι απλοί, που μπορεί να μην έχουν τα χίλια πτυχία που έχουν άλλοι, υιοθετούν αυτήν τη διάλεκτο του «τίποτα» και, μάλιστα, με ύφος!
Χαμογέλασα συγκρατημένα όταν μια κοπέλα σπουδαία, που φροντίζει τους χώρους μας στη δουλειά να είναι καθαροί, μου πέταξε προχθές όταν ακουγόταν από την ανοικτή τηλεόραση η κακή είδηση ενός ακόμα τροχαίου δυστυχήματος στους δρόμους της πόλης, «πόσους ακόμα θα χάσουμε κ. Μιχαηλίδη μου στη Μολώχ τη ασφάλτου;»*.
Πολλούς δυστυχώς, της απάντησα, συμπληρώνοντας το μέγα πρόβλημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ ή και χρήσης κινητού τηλεφώνου. Αυτό το «Μολώχ της ασφάλτου», είναι ένα μόνο από τα πολλά στερεότυπα που έχουμε «καταχωρήσει» εμείς οι άνθρωποι των ΜΜΕ, όταν θέλουμε να «μεγαλώσουμε» πιο πολύ μια είδηση, αλλά ίσως και τους ίδιους μας τους εαυτούς.
Σε αυτό το «παιχνίδι» όμως, παίζουν και πολλοί πολιτικοί. Όχι όλοι, ευτυχώς. Κι δεν είναι τυχαίο ότι εκείνοι που πραγματικά προσφέρουν στην κοινωνία και κάνουν καλά τη δουλειά τους, είναι μετρημένοι και …ολιγαρκείς. Όπως λέμε πολλές φορές από αυτήν εδώ τη στήλη, προτιμάμε και εκτιμούμαι κάποιον που θα μεταφέρει ένα αντικείμενο από τη θέση «Α» στη θέση «Β», και θα μας το ανακοινώσει μετά, με απλά και σωστά ελληνικά.
Οι προαναγγελίες (το τι ΘΑ κάνω δηλαδή), είναι εκτροφείο θριαμβευτικών διαψεύσεων!…
(*) Όπως διαβάζω στο εξαιρετικό site Μηχανή του Χρόνου, «σήμερα οι νεκροί των αυτοκινητιστικών δυστυχημάτων αναφέρονται στη δημοσιογραφική γλώσσα ως “θυσία στο Μολώχ της ασφάλτου”. Η έκφραση ξεκίνησε από τις ΗΠΑ πριν από ένα αιώνα. Ο όρος «Μολώχ» άρχισε να χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγραφούν καταστάσεις που απαιτούσαν τη θυσία αθώων».